Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

 

Σ’αυτή τη θεομηνία που αρχινά
ποιος φάρος την πορεία μας ορίζει;
Ο Ύψιστος για θάνατο πεινά
κι οι ουρανοί ποτέ τους τόσο γκρίζοι!

Σε ποιον να εμπιστευτούμε την τιμή
της κόρης και τη ζώνη αγνότητάς της;
-Η μάνα από καιρό αποδημεί
στους κόλπους της βασίλισσας Ιοκάστης-

Ηγέτη μας, φωστήρα του φωτός,
που να’σαι και σέ ψάχνω εναγωνίως;
Ημίθεος· υπήρξες και βροτός,
μα υψώθηκες μετά διαγωνίως.

Φωνές και γιατροσόφια και βουντού
και μαγικές χιλιάδες επικλήσεις
κανίβαλων που μόνο κράζουν: ”Ντου!”
δε φτάνουν τα δεσμά μας για να λύσεις.

Το μόνο που μπορεί αθροιστικά
να κάμψει τη φυγόκεντρό μας τάση
εκείνο το χαρτί με μυστικά,
που όμως από χρόνια έχω χάσει.

Φοβόμουν μη παιδιά διαβαστερά
τό πάρουν για παλιό αλφαβητάρι
και τό’χωσα πιο’κει, αριστερά
απ’το οινόπνευμα μες στο συρτάρι…
27+28/1/2012

Λοχ Νες

Πάνω στο υπέροχο ποίημα ”Φαντάσματα” του Ααρών Μνησιβιάδη (πρωτοδημοσιεύτηκε εδώ http://blog.sofiakolotourou.gr/archives/2362 ), ενός τεράστιου Φεουδάρχη- ποιητή. Η μορφή και οι ομοιοκαταληξίες είναι οι ίδιες, η θεματική αρκετά διαφορετική (και αντιφεουδαρχική).

Ψυχές βασανισμένων μ’ηλεκτρόδια
και κουφαριών που νέμονται οι ακρίδες
γυρίζουνε καινούρια επεισόδια
σ’αυτές τις θλιβερές Αλκυονίδες:
Χωράφια εκχερσώνουν, και λιπάσματα
σκορπούν να τά ρουφήξουν οι κυκλώνες.
-Μυστήρια που φαίνονται τα πλάσματα,
καθώς κρυφοκοιτάζουν τις αγχόνες-

Συχνάζουν σε ανήλια καταγώγια,
περνούν τις μπλε και κόκκινες τους φάσεις,
την ώρα που απ’έξω απ’τα ισόγεια
ουρλιάζουν των κομμάτων μας οι βάσεις.
Ανεπαρκή αποδείχθηκαν τα Άγια,
μα λάμπουνε στου Λοχ Νες τον πυθμένα
ποιήματα Καψάλεια και Λάγεια
που σβήνουν τα σκοτάδια ένα-ένα.

Τις χίμαιρες αυτοί που ψάχναν άλλοτε
κατέληξαν τη ζήση τους να χάσουν
κι εσύ -που η ψυχή σου στάζει, αμπάλωτε!-
θα μείνεις σ’όσα οι άλλοι επιτάσσουν;
Για σπάστηνα, λοιπόν, την τηλεόραση
και, μ’ό,τι απομένει απ’την ψυχή σου,
-ίσως με μια του μέλλοντος ενόραση-
με των λεόντων την οργή βρυχήσου!
12/2/2012

Ο μεγάλος κώλος

 Ἐν δὲ ταῖς Ἀθήναις τῆς Παράλου ἀφικομένης νυκτὸς
ἐλέγετο ἡ συμφορά, καὶ οἰμωγὴ ἐκ τοῦ Πειραιῶς διὰ τῶν
μακρῶν τειχῶν εἰς ἄστυ διῆκεν, ὁ ἕτερος τῷ ἑτέρῳ παραγ-
γέλλων. (Ξενοφών,  Ελληνικά:[2.2.3] )

Το sequel της ταινίας μου πολύ αργεί να βγει…
Τα Όσκαρ, η εταιρεία μου κι ο κόσμος μέ πιέζουν!
Κι απ’το επίνειο του μυαλού ακούγεται οιμωγή
γιατί οι ιδέες στέρεψαν και πια μέ περιπαίζουν:

Η μια ντυμένη φύλακας μουσείου που’χει πιει
σαν τον αλήτη -μα ένστολη- στην έκθεση γυρίζει,
η άλλη σαν πολιτικός που ”δίνει μάχη” (Ποιοι
αλήθεια τόν πιστέψανε;) το μέλλον καθορίζει…

Η τρίτη σβήνει μοναχή, με τ’άστρα συντροφιά.
Ιδέα ολόγλυκη, αγνή, γιατί μ’εγκαταλείπεις,
εμέ, που κάνω ποίηση την κάθε ακεφιά
κι ενώνω με λεπτή κλωστή δεσμά χαράς και λύπης;

Το sequel της ταινίας μου φοβάμαι δε θα βγει…
Κανένας δε μού ζήτησε σενάριο και ρόλο.
Και άλλωστε -αχ, θα ξύσουμε παλιότερη πληγή!-
ποιος θα ζητήσει sequel για το ”Μεγάλο Κώλο”;
21/9/2010

     Μιας και με το ποίημα αυτό μέ παρουσίασε στο μπλογκ της η Σοφία Κολοτούρου, την οποία ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου, θα μού επιτρέψετε έναν μικρό πρόλογο.  Η αφορμή για να γράψω το ποίημα προέκυψε από το συγκεκριμένο μνημείο του Τάσου Τούση (πολύ πολύ μακρινού μου συγγενή) στο Ασβεστοχώρι και τα ναζιστικά σύμβολα που είχαν  σχεδιάσει δίπλα του κάποιοι με αρχικά Χ.Α. (”Χαμένη Άνοιξη” του Τσίρκα άραγε;), σε συνδυασμό φυσικά με την επικαιρότητα. 

 

Μισθώσαμε αρχαιότητες: ελαιοτριβείο των Μάγια,
των Δαναών ανάκτορα και νεκρικές πυρές.
Θερμά μάς υποδέχτηκαν οι γηγενείς με βάγια!
Για να μάς δώσουν θησαυρούς σχημάτισαν ουρές…

Με πάθος κοιμηθήκαμε σ’υπέρλαμπρους κοιτώνες
που χτίσαν ειδικά για μας μ’ατσάλι δανεικό.
Βδομάδες μείναμε εκεί; Ή μήνες; Ή αιώνες;
Ποτίσανε τα δώρα μας βαρύ ναρκωτικό!

Ξυπνήσαμε και γύρω μας οι πάντες είχαν φύγει!
Ερείπια πάλι μείνανε στο φως του φεγγαριού…
Στη κούνια μέσα φύτρωσε τσουκνίδα και τήν πνίγει·
στον τοίχο σβήνει σύνθημα που λέει: ”Μέρα Μαγιού”.

Μια χώρα-φάντασμα κι αυτή, εγκαταλελειμμένη…
Γιατί σε όσες πήγαμε το τέλος να’ναι αυτό;
Μα πάντως προσπαθήσαμε! Πικρία δε μάς μένει,
ούτε και τύψεις! Ήτανε της Μοίρας της γραφτό…
18+19/7/2011

 

(Επηρεασμένος από το ”Βιβλίο της Μαριάννας” του Λάγιου, αλλά και την  εβραϊκή περιοχή του Καβάφη, του οποίου δύο στίχοι μπήκαν στο ποίημα αυτούσιοι)

”Μην ήταν της υπέρλαμπρης της νύχτας
τα άστρα που τις πόλεις μας φωτίζουν;
Μην ήταν τα απόνερα της ήττας
που τα όνειρά μας βίαια θρυμματίζουν;”
Πλανιέμαι μακριά απ’την εστία
ωσάν κατατρεγμένος Ιουδαίος
κι ελπίζω σε καινούρια δυναστεία,
με τ’όνομα Ιούδας Μακκαβαίος.

Τ’αδέλφια μου λαμπρά: ο Ιωάννης,
ο Σίμων κι ο Ελεάζαρ της Ασίας.
”Τον Ιωανάθ αρχιερέα να κάνεις,
με σύστημα καινούριας εκκλησίας.”
Και ίσως έτσι ν’αναγεννηθούμε
για κάποιο νέο εθνικό μας κλέος…
Στη νέα μας ζωή ας μυηθούμε,
με τ’όνομα Ιούδας Μακκαβαίος.

”Ηγέτη μας, τη δρύινή μου πόρτα
τη νύχτα να χτυπήσεις μη διστάσεις.
Είμ’εύκαιρη να πάμε μία βόλτα,
με τες ερωτικές της σάρκας τάσεις…”’
Και’γω που τη ζωή σας εξουσιάζω
-Τι φταίω που’χω γεννηθεί ωραίος;-
στο φαίνεσθαι για πάντα θα εστιάζω
και στ’όνομα: Ιούδας Μακκαβαίος.

(Πρίγκηψ, προσευχηθείτε προς τη Βίσση,
το εξαίσιο, λαμπρό, μακρύ σας πέος
σε δίσκο σύμπακτο ν’ανιστορήσει,
με τ’όνομα ”Ιούδας Μακκαβαίος”.)
13+14/1/2012

Μωρίας εγκώμιον

 

 

Συνομιλώ με τρεις φιγούρες των ονείρων:
ο ένας βγάζει τ’άντερά του στη λεκάνη,
ο άλλος βάφει με μπογιές στρατιές των μύρων.
(ο τρίτος δε μιλά· οσμίζεται πλεκτάνη…)

Και τούς ρωτώ: “Γιατί τα βράδια στα όνειρά μου
δεν εμφανίζεστε και μένω στο σκοτάδι
να προσμετρώ αγωνιωδώς τους κόκκους άμμου
που απομείνανε στη χούφτα αυτή του Άδη;”

Και μ’απαντούν: ”Σκάσε, μαλάκα, με τις ρίμες!
Δεν τό κατάλαβες πως πρέπει να ψοφήσεις;
Ο κόσμος πια ακολουθεί κυράτσες φίνες

που παρουσιάζουνε εκθέσεις νεκράς φύσης
ως ζωνανά συστατικά της κοινωνίας…

(Τά’λεγες, Έρασμε: ”Εγκώμιον μωρίας”…)
22/2/2011

Η νύχτα των Μοιρών

 

Θα σβήσω τα φώτα το σκότος να λάμψει,
το χάδι που δίνει η νύχτα… Ποιος ξέρει
σ’αυτή τη ραγδαία του κόσμου μας κάμψη
αν αύριο θα ζει για να τό μεταφέρει;

Και τούτα τ’αστέρια ποιος τά’βαψε πες μου
που μοιάζουν εικόνα παλέτας ζωγράφου;
Θυμίζουν φοβίες, παλιούς έρωτές μου,
τραγούδια στη σκόνη ενός φωνογράφου

που χάλασε πλέον κι ανήκουστα μένουν!
Ω,πόσες εικόνες το σκότος μού τάζει!
Στο ουράνιο κάθομαι πάλι περβάζι

αγνοώντας τις Μοίρες που μού επισημαίνουν :
”Φτωχό μου ανθρωπάκι, θνητό μου παιχνίδι,
γεννήθηκες Άγιος, πεθαίνεις σκουπίδι…”
22+23/11/2010

1984

Τα λόγια του αγοριού και του κοριτσιού αρχικά αποτελούσαν ιντερμέδια ενός θεατρικού με τίτλο: ”Το χαρτόμουτρο της Βενετίας”, το οποίο όμως δεν ολοκλήρωσα ποτέ.

Μιλά το αγόρι:

Σού ζήτησα ν’ακούσεις το σφυγμό μου,
κι αν θέλεις ”σ’αγαπώ” να ψιθυρίσεις
Μακριά από την κούραση του δρόμου
με την καρδιά απευθείας να μιλήσεις…

Και εσύ,που ορκιζόσουνα αγάπη
ατέρμονη,ατελείωτη κι αιώνια,
στον άτεγκτο τον πάγκο του χασάπη
μέ πρόδωσες· κι αρχίσαν τα βαγόνια

το δρόμο προς το τέλος των γραμμών τους,
χωρίς τον οδηγό να κατευθύνει
μη φύγουν απ’το δρόμο τους τρεις πόντους…

Ποιος να τήν πάρει τώρα την ευθύνη
που σβήσανε ο Αστερισμός κι η Πούλια
και μαύρισε η ζωή, Γλυκιά μου Τζούλια;

Μιλά το κορίτσι:

Η χώρα του φωτός, αγαπημένε,
την πόρτα σαν διαβείς μακριά σ’αφήνει…
”Αγάπη απ’την ψυχή της έξω! Βγαίνε!”
με μίσος μού φωνάξανε εκείνοι.

Δεν άντεξα και λύγισα! Συγνώμη!
Ποτέ ξανά δε θα’μαστε όπως πρώτα!
Χωρίστηκαν για πάντα οι δυο μας δρόμοι
και σβήσαν της αγάπης μας τα φώτα…

Τις νύχτες εφιάλτες μέ ξυπνάνε!
(Δεν ξέρεις και γι’αυτό μέ κατακρίνεις!)
Στρατιώτες σε στοές μέ κυνηγάνε

κρατώντας συσκευές εγκυμοσύνης.
Πετάγομαι: ”Εκλιπαρώ σε, σβήστον!”
Δεν έχω πια ζωή, Γλυκιέ μου Ουίστον!..
26/4/2011

Πρωτοχρονιάτικο

(Latin και Misa Criolla είναι οι τίτλοι δυο δίσκων του Γιώργου Νταλάρα, ο πρώτος με χορευτικά λάτιν τραγούδια κι ο δεύτερος με χριστιανικούς ύμνους)

Το έτος που ατίθασο μπαίνει
ν’αρχίσει η τρελή βαρκαρόλα,
ας έρθει με δάδα αναμμένη
ν’ακούσει τον κάθε ξερόλα:

αυτόν που αρκείται να δένει
με σύρμα μια άγραφη κόλλα,
αυτόν που ιμάτια υφαίνει
με στάμπα: ”I love Coca-Cola”,

αυτόν που θεωρεί πως μαραίνει
με τ’άνθη του μαύρη γλαδιόλα,
αυτόν που ξυρίζει το γένι
(ας όψεται εκείνη η καριόλα),

αυτόν που στο Γάγγη ξεπλένει
τη νέα που έφτιαξε φόλα
(τη μέρα η σημαία υψωμένη
τα βράδια να ντύνεται Λόλα).

Σ’αυτή την ψυχή που επιμένει
στη ζήση του ”λίγο απ’όλα”
για πρόσφερε, χρόνε εργένη,
και Latin και Misa Criolla…
1+2/1/2012

Γιάο Μινγκ

Ο Γιάο Μινγκ, πανύψηλος καλαθοσφαιριστής,
ο πρώτος Κινέζος που διακρίθηκε στο ΝΒΑ,
γνωστός και ως ”ο γίγαντας με τα πήλινα πόδια”,
αναγκάστηκε να αποσυρθεί λόγω συχνών τραυματισμών
σε ηλικία μόλις 31 ετών.

Στη Σοφία Κολοτούρου

Η τρικεράτωψ στο χορό σέ σέρνει με απάθεια
κι εσύ βαθιά μες στ’όνειρο δεν ξέρεις τι να πεις!
Ξεχνάς που -σαν μικρό παιδί- με τη δική σου Αμάλθεια
μεθούσες όσο ρούφαγες το γάλα της ντροπής;

Μιλάς πια διφορούμενα: ”και κρίση κι ευκαιρία!”.
Διττός ο τρόπος, σινικός, κι η κόλαση πλατιά
για να χωρέσει και καλούς, και κοσμικά θηρία
και προπαντός εσένανε, που ρίχνεις τα καρφιά…

Κι ο διάβολος (η μπέρτα του ολόμαυρη θα λάμπει)
μιλιούνια νεοσύλλεκτους θ’απλώσει στη σειρά…
Τριγύρω μας αμόλυντοι, τριανταφυλλένιοι κάμποι
κι εσύ -για μια Αμάλθεια- θα λιώνεις στην πυρά!

Μα στό’πα: ο αγώνας σου δεν είναι για εκείνη!
(αυτός που ευαγγελίζεσαι πως είναι για το φως)
Πικρό το αποτέλεσμα. Η λάμπα τρεμοσβήνει…
Γιατί να βγαίνω ο άτιμος κάθε φορά σωστός;

Αυτά περνούν απ’το μυαλό, ενώ φαιδρός χορεύεις
τον τελευταίο σου χορό, ταγκό μαζί και σουίνγκ.
Ω, να γινότανε ψηλά απ’την Κόλαση ν’ανέβεις!
Αδύνατον! Τόσο ψηλά ούτε ο Γιάο Μινγκ!
27+28/6/2011

Παλαιότερα άρθρα »

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.