Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

εκδήλωση 2

εκδηλωση 1

Γεια σας και πάλι! Στις 17 Φεβρουαρίου και ώρα 7 το απόγευμα θα παρουσιάσουμε μαζί με τον Ααρών Μνησιβιάδη και τον επικ. καθηγητή του ΑΠΘ Δημήτρη Κόκορη στο Κόμεντι Κλαμπ »Μαιευτήριο» στη Βαλαωρίτου την ποιητική συλλογή »Η τρίτη γενιά» της φίλης Σοφίας Κολοτούρου! Θα μιλήσουμε για το νεοφορμαλισμό, τον έμμετρο στίχο, θα επιτεθούμε στη νεωτερική συνθήκη και αυτή θα τρομάξει και θα πέσει! happy end (σας περιμένουμε…)

ευρώπη
(γράμμα κοσμοναύτη προς την αγαπημένη του
που βρέθηκε πάνω του κατά την αυτοκτονία του)

Στ’ αστέρια πάλι τα όνειρά μου τάζω
μ’ ελπίδα να μην πέσουν καταγής
κι εσένα από το τζάμι μας κοιτάζω
σε μια γωνιά στην άκρη αυτής της Γης
που χρόνια και καιρούς για πάντα αλλάζει
μα από την ίδια μάνα μας θηλάζει.

Να τό ‘ξερε ο Χριστός στην Ιουδαία
πως σήμερα το σκάφος τόν τιμά,
ελπίζοντας ακόμα στην ιδέα
πως τα όνειρά μας ζουν παντοτινά;
-ανάγκα, ζωγραφίζεις ηλιαχτίδα,
δεν βγαίνεις στο κενό χωρίς ελπίδα.

Χριστούγεννα ξανά! Σκοτάδι τέλος
-χωρίς βεβαίως φως ανατολής-
κι η τόση δα καρδούλα με το βέλος
που μού ‘ραψες στο γείσο της στολής
τον πόθο μου θυμίζει τον μεγάλο:
τη βέρα που στο χέρι σου θα βάλω.

Το σπίτι της αγάπης μας το ευήλιο,
του πρώτου μας παιδιού η προσμονή…
»Θα ζήσουμε, θ’ αντέξουμε, βρε Μπίλιω,
όσο βαθιά ο χρόνος κι αν πονεί!»
-με λάσπη, με βροχή, με κυκεώνα,
περάσαμε και τούτο τον αιώνα.

Και πάντοτε τα σκάφη ταξιδεύουν
μ’ ελπίδες και κραυγές στη νιοστή.
Προς ποια μεριά του χάρτη μας οδεύουν;
-αν είναι και οι χάρτες μας σωστοί-
Ποτέ μας δεν εφτιάξαμε κανάλι,
η μια γενιά παλεύει με την άλλη!

Τ’ ολόγραμμα τα κάλαντα μάς ψάλλει
κι οι ναύτες το τραγούδι αρχινούν.
Αρνήθηκαν τη μοίρα τους, μα πάλι
στο τέλος μένουν όσα μάς πονούν
κι αμίλητοι βαδίζουμε το δρόμο,
δυο-τρεις ορθοί κι οι υπόλοιποι με τρόμο.

Μην εύχεσαι, λοιπόν, σ’ Άγιο-Βασίλη,
τα γράμματα θα μείνουν στο κουτί.
Τόν σκότωσαν μια νύχτα στη Βαστίλλη
και ζήταγε να μάθει το γιατί.
Στη σύγχρονη ζωή μας του παρία
θα μείνουμ’ όλοι με την απορία.

Υπάρχουμε μονάχα για ν’ αλλάζει
τις όψεις το σκοτάδι διαρκώς.
Χανόμαστε και -μέσα στο χαλάζι-
της άνοιξης δεν άνθισε καρπός.
Αλίμονο σ’ όποιον παλεύει, δίχως
να μείνει απ’ την κραυγή του ένας ήχος!

Μα ξέρω ότι πιο πέρα από το χρόνο
το αιώνιο τραγούδι αρχινά·
κομήτες και λαοί κρατούν το θρόνο,
ελπίδες ανασαίνοντας ξανά.
Τρομάζουν οι εξωγήινοι -κι οι δράκοι
θα σβήνουνε στο πρώτο βοριαδάκι.

Σ’ αγάπησα και θα σέ συναντήσω
στον άπειρον αστρόκοσμο ψηλά,
θα γείρεις το κεφάλι σου στο γείσο,
καθώς γλυκό το δάκρυ θα κυλά.
Ηχούν καμπάνες, το σπιτάκι αχνίζει
και -κοίτα!- στο σκοτάδι μας χιονίζει…

Ενδοχώρα

montezuma-and-cortes1

στο Διονύση Καψάλη, αν και πολύ αμφιβάλλω ότι θα τό διαβάσει ποτέ

(απαντά ο διαγαλαξιακός βασιλιάς στους γήινους εισβολείς)

Γιατί είστ’ εδώ σ’ αυτή τη γη, κονκισταδόρες,
αφού ό,τι είχε να σάς δώσει τής τό πήραν;
Γιατί αφήσατε ξοπίσω τις Ανδόρες
και ολοπόρφυροι μάς κρούετε την θύραν,
γεμάτοι όνειρα γι’ ασήμια και χρυσάφια
που τά μεγένθυνε στο νου σας η ασάφεια;

Πάνε καιροί που όλη τη Γη έχουν στραγγίξει
και μαραζώνει η μακρινή μας αδερφούλα,
αυτή που έπρεπε ο ήλιος να ‘χει αγγίξει
κι όλο το σύμπαν να καμάρωνε νυφούλα.
Χωρίς το ρύζι για το γάμο και πετρέλαιο
ήρθατε στ’ άστρα μας να κάνετε ευχέλαιο.

Και μάς μιλάτε με τα μάτια σας θλιμμένα
κι από καιρό συνηθισμένα στο σκοτάδι,
σ’ ένα ταξίδι για το φως χωρίς ποιμένα
να οδηγεί των αστροπλοίων το κοπάδι.
Είν’ ο καιρός της σκοτεινιάς και των τεράτων
κι ό,τι πιστέψατε σάς βγήκε αστήρ διάττων.

Κοντοζυγώνουν την πορεία σας οι ίσκιοι,
αργοπορούν το βάδισμά σας οι ανέμοι,
σαν τον αιώνιο προσκυνητή που βρίσκει
ξανά το δρόμο, εκεί που δεν τόν περιμένει
και πλημμυρίζουν την ψυχή σας με πετράδια,
ποτέ μη φτάσει για να δει πως είναι άδεια.

Διαχωρίζοντας τις άπειρες μορφές σας,
μιας μαύρης τρύπας ίδια γέννα είσαστ’ όλοι
που ‘ρχεστε πάλι λησμονήσαντες το χθες σας
και μάς ζητάτε να σάς δώσουμε την πόλη.
Χωρίς αιτία και χωρίς καινούριους λόγους
αναγεννάτε ες αεί Παλαιολόγους.

Και τι να δώσω; Μού ανήκουν οι σταγόνες
από τα σύννεφα στο μούχρωμα το γκρίζο;
Για μένα χύνονται οι μέλισσες σ’ αγώνες;
Είναι δικιά μου η άγια πλάση που αγγίζω;
Της γης το μήνυμα στις λαγκαδιές εβόα,
ξεχάσαν οι άνθρωποι -δεν ξέχασαν τα ζώα…

Αν είν’ η ανθρώπινη ψυχή ουρανομάχα,
τήν αλλοιώσατε εσείς κι οι όμοιοί σας!
Μια στάλα μόνο γης στο Γαλαξία να ‘χα,
να μέ ξανάγγιζε ο »εν σοφία ποιήσας».
-Και ποιο το νόημα να πω το ναι ή τ’ όχι,
ενώ τριγύρω μου ήδη στήσαν την απόχη;-

Φτάσατε στ’ άπειρου την έσχατη την άκρη
και ονειρεύεστε τ’ ακόμα παραπέρα.
Τυφλοί καιροί, χωρίς συναίσθημα και δάκρυ,
σ’ οθόνες της αφής μια πλάνη πλατυτέρα
πως αναπλάθοντας των κόσμων τα χωρία
δημιουργείτε εξαρχής την Ιστορία.

Θα ‘ρθεί μια μέρα που η λαλιά κι η εποχή σας
συντρίμμια θα ‘ναι σαν την πόλη των Αζτέκων,
να νανουρίζονται στο σφύριγμα της κίσσας,
να τά ξυπνάει ο καιρός ο επιβλέπων
και μες στις λέξεις σας θα χύνεται ρυάκι
από το πάλλευκο και γάργαρο νεράκι.

Ως τότε, σθένος! Για να λάμψει το διαμάντι
κι η γήινη πλάκα που αιώνες ταξιδεύει,
μη λησμονείτε Παλαμά, Παπαδιαμάντη,
Σικελιανό, μες στη ζωή που σάς ξοδεύει
-πάντα θα υπάρχει μια καρδιά που υποφέρει
όταν μιλά για Σολωμό και για Σεφέρη.

Μικρέ μου φίλε, προσφορά της λησμοσύνης,
την Κιβωτό σου μην τήν ρίχνεις στο πηγάδι.
Να λαμπυρίζει την αλήθεια σου ν’ αφήνεις
και προς τα ουράνια να πετάς το παραγάδι
-αν και τ’ αρνιούνται της νυχτιάς μας οι βαρόνοι,
πάντοτε φτάνει μια στιγμή που ξημερώνει.

Μ’ έναν σου στίχο που θα γράψουμε στην στήλη
και στ’ άκουσμά του θα σέ φέρνουμε στο νου μας,
με τον αγώνα για τ’ αστέρια που ‘χει στείλει
το μήνυμά σου ως την άκρη τ’ ουρανού μας,
με την ευχή »γλυκοκοιμήσου και προχώρα»
για όσο αντέχεις θα γυρνάς στην ενδοχώρα…

(με αφορμή τη γαλλική Επανάσταση αλλά ανησυχητικά επίκαιρο)
»Πεθαίνω! Πεθαίνουμε!» κράζει η μητέρα.
»Ζητούν τα παιδιά μου ψωμί κάθε μέρα!
Ο τύραννος είπε για μας έστω κάτι;»
Ο γκρι μοναχός έκατσε στο κρεβάτι.

Σαν έρρεε το αίμα ερυθρό στη μεριά του,
τα τραύματα ανοίγαν πληγές τα βαριά του.
Η ζήση λειψή των τραυμάτων αφέντρα,
σαν ρίζες που φέρουν αρχέγονα δέντρα.

Με μάτι στεγνό -δάκρυα να ‘χουν στερέψει-
σαν κούφια κραυγή μοιάζει η πρώτη του λέξη.
Σαν φλόγα που τρέμει ψηλά στο φυτίλι,
σιγά και θλιμμένα ο γκρίζος εμίλη:

»Διέταξ’ ο Πλάστης στο χέρι να γράψει
τη νύχτα που ορίζει τον κόσμο μια πάψη
και μού ‘πε πως είναι γραφτό να κοιτάω
τον όλεθρο όσων στη γη αγαπάω.

Και να, ο αδερφός μου! -κι η πείνα θερίζει-
των γιων του η κραυγή μες στο νου μου γυρίζει.
Γυρεύω να σπάσω την άγρια αλυσίδα,
μα τ’ άθλιο σαρκίο μού γνέφει: »ουκ οίδα»!

Ο κύρης σου ξίφος στα βόρεια υψώνει,
με χίλιους στρατιώτες ορμά μες στο χιόνι,
γερά ο αδερφός σου φοράει τ’ ατσάλι
στους γιους του το δίκιο να φέρει και πάλι.

Ω, μάταιο σπαθί, και συ, ω μάταιο βέλος,
ποτέ δεν θα έχει ο πόλεμος τέλος!
Η ευχή του ερημίτη, της χήρας το κλάμα
αρκούν για να φέρουν στον κόσμο το θάμα.

Γιατί ‘ναι το δάκρυ σημάδι αναγγέλον
κι η ανάσα σπαθί βασιλιά των αγγέλων
κι η γη των μαρτύρων -κι ας μοιάζει δυο μέτρα-
το βέλος στου Υψίστου την Άγια φαρέτρα.

Εκδίκησης χέρι ζυγώνει την κλίνη,
όπου ήλπιζ’ ο τύραννος νά βρει γαλήνη.
Μ’ ατσάλινο ξίφος σκοτώνει το κτήνος
-και τύραννος γένη στη θέση του εκείνος…»

αεροπλοιο

(απόσπασμα ημερολογίου κοσμοναύτη)

στον Αντρέι Ταρκόσφκι

…να πιστεύσωμεν την μοίραν, ήτις γράφει
πως ο χρόνος έχει εκπνεύσει προ πολλού;
Να πιστεύσωμεν εις έργα, ων ζωγράφοι
ως πατέρες δίδωσιν παιδία αλλού;
Προσπερνώμεν απροσμέτρητους αστέρας
με ταχύτητος ρεκόρ ιστορικόν,
του εντός μας το μηδέν αμάλθειον κέρας,
της εντός μας ερημίας η εικών.

Δυτικώς, νυκτός αιωνίας προϊούσης,
ξάφνου εφάνη το ουράνιον νησί.
Τι ζητείς, ω νήσε, της ψυχής μας ούσης,
κεκκλιμένης εις ελπίδαν να νοσεί;
Με το φως εις τεχνητούς μας παραδείσους
και καψούλες εις την γεύσιν του μπριάμ,
αοράτους γλυκοφέγγοντας αβύσσους,
ημφανίσθη ο πλανήτης Αρκιάμ.

Ποία, όμως, του αγόνου βίου η λύσις;
Η πορεία συνεχίζει ως εικός:
την καρδίαν σου πρωτίστως ν’ ασφαλίσεις,
μην εισέλθει εντός της σκόπελος κακός.
Πορευόμενοι διαρκώς τοιουτοτρόπως
της αιωνίας μοναξιάς μας αρραγείς
-κι ας γνωρίζωμεν πως πια ουκ έστι τρόπος
κι η ελάχιστη οδός διαφυγής-

Επιλέγων εις το σκότος αυτοβούλως
μιαν Οδύσσειαν ην διαρκώς ανακινώ,
θέλω διέλθει τα αιώνια ως δούλος
εις κατάμαυρον και άδειον ουρανό.
Τάλαν σύμπαν, εκομίσαμεν νέα ήθη
μη αρμόζοντα εις τους πύργους του Σιάμ
κι απ’ το χάος, το ημίφως και την λήθη
κατελήφθη ο πλανήτης Αρκιάμ…

Επτά Ημέρες

Gardens: stars

Ημέρα πρώτη: τα φιλιά στον κόσμο τέλειωσαν,
μαζί κι ο άνθρωπος, ο πρώτος των τεράτων
κι οι αιώνιοι πάγοι που γενιές χρωμάτων έλιωσαν
θα πάρουν πάλι τις γραμμές των Αοράτων.

Ημέρα δεύτερη: βασίλεψαν τα εγκόσμια
μ’ έναν λυγμό αντικρυστά στον κάθε χτύπο,
να ρέει στου χρόνου τη φθορά που υπερκόσμια
μ’ άνθη πικρά το νεκρικό στολίζει κήπο.

Ημέρα τρίτη: το λουλούδι κρυφοσάλεψε
και γνέφει στ’ όνειρο με τους κρυφούς χυμούς του
γι’ αυτόν που τόλμησε και μίλησε και πάλεψε
για την αγάπη κι όλα αυτά που βάνει ο νους του.

Ημέρα τέταρτη: βυθίστηκε η ασάφεια
βαθιά στα πέλαγα σαν ηττημένη αρμάδα
και πια η αλήθεια μέσα σ’ άσματα επιτάφια
κερί κι αστέρι στη Μεγάλη Εβδομάδα.

Ημέρα πέμπτη: μηδενίστηκε η ποσότητα
και της ζωής το σφυροκόπημα που επείγει,
αφού θριαμβεύσαν όλα αυτά που αδυσώπητα
θα συνεχίζουνε κι ενώ θα ‘χουμε φύγει.

Ημέρα έκτη – και τα ποιήματα προσπάθησαν
να δώσουν σ’ ό,τι ξημερώνει έναν τίτλο
κι ήταν εκεί που καταλάγιασαν τα πάθη, σαν
τη μια γραμμή που θέση παίρνει πια στον κύκλο.

Ημέρα έβδομη, μπορεί κι εσχάτη – η έννοια
του χρόνου πια μάς έχει φύγει από τα χέρια,
καθώς κοιτάζουμε στο χάσμα τα Μιλλένια
γυμνοί, σαν πρώτα, πλάι σε πέλαγος αστέρια…

…με δόσεις, Θεοδόσης

θεοδοσης

Ένας από τους πάρα πολλούς λόγους που η ποίηση και η συνεκτική αφήγηση στις μέρες μας έχουν πάρει την κατιούσα, είναι κατά την άποψή μου και το γεγονός ότι οι δημιουργοί τοποθετούν τον εαυτό τους στο κέντρο του ατομικά κατασκευασμένου και περίκλειστου σύμπαντός τους, αρνούμενοι να αποδεχτούν κάποιον ομότεχνό τους ως καλύτερο και σπουδαιότερό τους. Έτσι η ποιητική επικοινωνία αποκόπτεται ή στην καλύτερη των περιπτώσεων μένει ως παιχνίδι μιας κλειστής κάστας που κρατά το brand name χωρίς να είναι σε θέση να τό υποστηρίξει (και στην τελική δεν τήν ενδιαφέρει καν κάτι τέτοιο, αφού είναι σε όλα »νομιμοφανής»). Ας αρχίσουμε, λοιπόν, από το μηδέν κι ας κάνουμε λόγο γι’ αυτόν που με χαρά ονομάζουμε καλύτερό μας και ηγέτη της δεύτερης γενιάς νεοφορμαλιστών ποιητών, τον Θεοδόση Βολκώφ. Ο -35χρονος φέτος- Θεοδόσης έχει κατορθώσει να φτάσει τη γραφή του κοντά στο επίπεδο του Παλαμά και του Σικελιανού, παρά τις εμφανέστατες δυσκολίες και τους τριγμούς της μετα/υπερ-νεωτερικής μας πραγματικότητας. Δεν είναι όμως κάποιος σοβαροφανής -σαν τη στροφή πχ που πήρε το μπλογκ αυτό από ένα σημείο κι έπειτα- κι έτσι στο έργο του μπορείτε να συναντήσετε και στιγμές χαλάρωσης κι ευθυμίας.

Η τελευταία του συλλογή που εικονίζεται (Sexus, εκδ. Γαβριηλίδης, 2015) δίνει τροφή για σχόλια, ιδιαίτερα ως προς τις ερωτικές επιδόσεις του εκλεκτού των Μουσών…😉 Να δύο δικά μου:

Volkofius Sexius
Ωσάν το λύκο εραστή ονειρικό,
με τα φιλιά του να σέ στέλνουν στα ουράνια
και να σκιρτά θα κάνει κάθε θηλυκό,
είτε Ανδρομάχη είτ’ Ισμήνη είτε Ράνια.
Στις επιδόσεις του απίστευτα ικανός
-στο πέσιμό του μάς θυμίζει Καραγκούνη-
και μάς συστήθηκε ως νέος Σικελιανός,
με μια εσάνς από ταινία του Γκουσγκούνη.
Λαμπρέ εραστή, αναστενάζεις γειτονιές
στο πέρασμά σου και στη ζήση που μισούμε
κι όσο κεντούν κρυφά την όψη σου οι νιές
»Ας έρθει» εύχονται, »να ξεπαρθενευτούμε!»
Με μια ευχή μόνο το ποίημα μου τυλίγω:
Volkofius sexius, κατούρα έστω και λίγο!

Τουαλέτες άλλων ( α λα μανιέρ ντε Βολκώφ)
Θεέ μου, όχι πάλι, πάλι αυτό-
η φασολάδα, η σαλάτα και το μύδι,
για φρούτο ένα δαμάσκηνο γλυκό
και η κατάληξη εκεί που ξέρεις ήδη.
Οι υπάρξεις στο τραπέζι σαστικές
απ’ τις αναχωρήσεις σου τις εσπευσμένες,
συνθήκες που δεν λες ιδανικές
με τις κουβέντες στην αρχή σταματημένες.
Αφήνει αυτό το χρώμα λασπουριάς
με μυρωδιά προς τη μεριά της αηδίας,
τον ρόλο του Imodium κρατάς
για την υπέρτατη σκηνή της τραγωδίας,
με τις νοικοκυρές τις παστρικές
κηρύττεις πόλεμο με κρότους πανωραίους,
τις επισκέψεις κάνεις ρυπαρές
και τους ανθρώπους σ’ αγορές χαρτιών Εβραίους.
Στον ομφαλό αιμάσσουσας πληγής,
στου καζανιού τον καταρράκτη των σινιάλων,
η μοίρα σου προβάλλει ευειδής-
να χέζεις έχεις κουραστεί τουαλέτες άλλων!