Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Ιανουαρίου 2012

 Ἐν δὲ ταῖς Ἀθήναις τῆς Παράλου ἀφικομένης νυκτὸς
ἐλέγετο ἡ συμφορά, καὶ οἰμωγὴ ἐκ τοῦ Πειραιῶς διὰ τῶν
μακρῶν τειχῶν εἰς ἄστυ διῆκεν, ὁ ἕτερος τῷ ἑτέρῳ παραγ-
γέλλων. (Ξενοφών,  Ελληνικά:[2.2.3] )

Το sequel της ταινίας μου πολύ αργεί να βγει…
Τα Όσκαρ, η εταιρεία μου κι ο κόσμος μέ πιέζουν!
Κι απ’το επίνειο του μυαλού ακούγεται οιμωγή
γιατί οι ιδέες στέρεψαν και πια μέ περιπαίζουν:

Η μια ντυμένη φύλακας μουσείου που’χει πιει
σαν τον αλήτη -μα ένστολη- στην έκθεση γυρίζει,
η άλλη σαν πολιτικός που »δίνει μάχη» (Ποιοι
αλήθεια τόν πιστέψανε;) το μέλλον καθορίζει…

Η τρίτη σβήνει μοναχή, με τ’άστρα συντροφιά.
Ιδέα ολόγλυκη, αγνή, γιατί μ’εγκαταλείπεις,
εμέ, που κάνω ποίηση την κάθε ακεφιά
κι ενώνω με λεπτή κλωστή δεσμά χαράς και λύπης;

Το sequel της ταινίας μου φοβάμαι δε θα βγει…
Κανένας δε μού ζήτησε σενάριο και ρόλο.
Και άλλωστε -αχ, θα ξύσουμε παλιότερη πληγή!-
ποιος θα ζητήσει sequel για το »Μεγάλο Κώλο»;
21/9/2010

Advertisements

Read Full Post »

     Μιας και με το ποίημα αυτό μέ παρουσίασε στο μπλογκ της η Σοφία Κολοτούρου, την οποία ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου, θα μού επιτρέψετε έναν μικρό πρόλογο.  Η αφορμή για να γράψω το ποίημα προέκυψε από το συγκεκριμένο μνημείο του Τάσου Τούση (πολύ πολύ μακρινού μου συγγενή) στο Ασβεστοχώρι και τα ναζιστικά σύμβολα που είχαν  σχεδιάσει δίπλα του κάποιοι με αρχικά Χ.Α. (»Χαμένη Άνοιξη» του Τσίρκα άραγε;), σε συνδυασμό φυσικά με την επικαιρότητα. 

 

Μισθώσαμε αρχαιότητες: ελαιοτριβείο των Μάγια,
των Δαναών ανάκτορα και νεκρικές πυρές.
Θερμά μάς υποδέχτηκαν οι γηγενείς με βάγια!
Για να μάς δώσουν θησαυρούς σχημάτισαν ουρές…

Με πάθος κοιμηθήκαμε σ’υπέρλαμπρους κοιτώνες
που χτίσαν ειδικά για μας μ’ατσάλι δανεικό.
Βδομάδες μείναμε εκεί; Ή μήνες; Ή αιώνες;
Ποτίσανε τα δώρα μας βαρύ ναρκωτικό!

Ξυπνήσαμε και γύρω μας οι πάντες είχαν φύγει!
Ερείπια πάλι μείνανε στο φως του φεγγαριού…
Στη κούνια μέσα φύτρωσε τσουκνίδα και τήν πνίγει·
στον τοίχο σβήνει σύνθημα που λέει: »Μέρα Μαγιού».

Μια χώρα-φάντασμα κι αυτή, εγκαταλελειμμένη…
Γιατί σε όσες πήγαμε το τέλος να’ναι αυτό;
Μα πάντως προσπαθήσαμε! Πικρία δε μάς μένει,
ούτε και τύψεις! Ήτανε της Μοίρας της γραφτό…
18+19/7/2011

 

Read Full Post »

(Επηρεασμένος από το »Βιβλίο της Μαριάννας» του Λάγιου, αλλά και την  εβραϊκή περιοχή του Καβάφη, του οποίου δύο στίχοι μπήκαν στο ποίημα αυτούσιοι)

»Μην ήταν της υπέρλαμπρης της νύχτας
τα άστρα που τις πόλεις μας φωτίζουν;
Μην ήταν τα απόνερα της ήττας
που τα όνειρά μας βίαια θρυμματίζουν;»
Πλανιέμαι μακριά απ’την εστία
ωσάν κατατρεγμένος Ιουδαίος
κι ελπίζω σε καινούρια δυναστεία,
με τ’όνομα Ιούδας Μακκαβαίος.

Τ’αδέλφια μου λαμπρά: ο Ιωάννης,
ο Σίμων κι ο Ελεάζαρ της Ασίας.
»Τον Ιωανάθ αρχιερέα να κάνεις,
με σύστημα καινούριας εκκλησίας.»
Και ίσως έτσι ν’αναγεννηθούμε
για κάποιο νέο εθνικό μας κλέος…
Στη νέα μας ζωή ας μυηθούμε,
με τ’όνομα Ιούδας Μακκαβαίος.

»Ηγέτη μας, τη δρύινή μου πόρτα
τη νύχτα να χτυπήσεις μη διστάσεις.
Είμ’εύκαιρη να πάμε μία βόλτα,
με τες ερωτικές της σάρκας τάσεις…»’
Και’γω που τη ζωή σας εξουσιάζω
-Τι φταίω που’χω γεννηθεί ωραίος;-
στο φαίνεσθαι για πάντα θα εστιάζω
και στ’όνομα: Ιούδας Μακκαβαίος.

(Πρίγκηψ, προσευχηθείτε προς τη Βίσση,
το εξαίσιο, λαμπρό, μακρύ σας πέος
σε δίσκο σύμπακτο ν’ανιστορήσει,
με τ’όνομα »Ιούδας Μακκαβαίος».)
13+14/1/2012

Read Full Post »

Συνομιλώ με τρεις φιγούρες των ονείρων:
ο ένας βγάζει τ’άντερά του στη λεκάνη,
ο άλλος βάφει με μπογιές στρατιές των μύρων.
(ο τρίτος δε μιλά· οσμίζεται πλεκτάνη…)

Και τούς ρωτώ: «Γιατί τα βράδια στα όνειρά μου
δεν εμφανίζεστε και μένω στο σκοτάδι
να προσμετρώ αγωνιωδώς τους κόκκους άμμου
που απομείνανε στη χούφτα αυτή του Άδη;»

Και μ’απαντούν: »Σκάσε, μαλάκα, με τις ρίμες!
Δεν τό κατάλαβες πως πρέπει να ψοφήσεις;
Ο κόσμος πια ακολουθεί κυράτσες φίνες

που παρουσιάζουνε εκθέσεις νεκράς φύσης
ως ζωντανά συστατικά της κοινωνίας…

(Τά’λεγες, Έρασμε: »Εγκώμιον μωρίας»…)
22/2/2011

Read Full Post »

 

Θα σβήσω τα φώτα το σκότος να λάμψει,
το χάδι που δίνει η νύχτα… Ποιος ξέρει
σ’αυτή τη ραγδαία του κόσμου μας κάμψη
αν αύριο θα ζει για να τό μεταφέρει;

Και τούτα τ’αστέρια ποιος τά’βαψε πες μου
που μοιάζουν εικόνα παλέτας ζωγράφου;
Θυμίζουν φοβίες, παλιούς έρωτές μου,
τραγούδια στη σκόνη ενός φωνογράφου

που χάλασε πλέον κι ανήκουστα μένουν!
Ω,πόσες εικόνες το σκότος μού τάζει!
Στο ουράνιο κάθομαι πάλι περβάζι

αγνοώντας τις Μοίρες που μού επισημαίνουν :
»Φτωχό μου ανθρωπάκι, θνητό μου παιχνίδι,
γεννήθηκες Άγιος, πεθαίνεις σκουπίδι…»
22+23/11/2010

Read Full Post »

1984

Τα λόγια του αγοριού και του κοριτσιού αρχικά αποτελούσαν ιντερμέδια ενός θεατρικού με τίτλο: »Το χαρτόμουτρο της Βενετίας», το οποίο όμως δεν ολοκλήρωσα ποτέ.

Μιλά το αγόρι:

Σού ζήτησα ν’ακούσεις το σφυγμό μου,
κι αν θέλεις »σ’αγαπώ» να ψιθυρίσεις
Μακριά από την κούραση του δρόμου
με την καρδιά απευθείας να μιλήσεις…

Και εσύ,που ορκιζόσουνα αγάπη
ατέρμονη,ατελείωτη κι αιώνια,
στον άτεγκτο τον πάγκο του χασάπη
μέ πρόδωσες· κι αρχίσαν τα βαγόνια

το δρόμο προς το τέλος των γραμμών τους,
χωρίς τον οδηγό να κατευθύνει
μη φύγουν απ’το δρόμο τους τρεις πόντους…

Ποιος να τήν πάρει τώρα την ευθύνη
που σβήσανε ο Αστερισμός κι η Πούλια
και μαύρισε η ζωή, Γλυκιά μου Τζούλια;

Μιλά το κορίτσι:

Η χώρα του φωτός, αγαπημένε,
την πόρτα σαν διαβείς μακριά σ’αφήνει…
»Αγάπη απ’την ψυχή της έξω! Βγαίνε!»
με μίσος μού φωνάξανε εκείνοι.

Δεν άντεξα και λύγισα! Συγνώμη!
Ποτέ ξανά δε θα’μαστε όπως πρώτα!
Χωρίστηκαν για πάντα οι δυο μας δρόμοι
και σβήσαν της αγάπης μας τα φώτα…

Τις νύχτες εφιάλτες μέ ξυπνάνε!
(Δεν ξέρεις και γι’αυτό μέ κατακρίνεις!)
Στρατιώτες σε στοές μέ κυνηγάνε

κρατώντας συσκευές εγκυμοσύνης.
Πετάγομαι: »Εκλιπαρώ σε, σβήστον!»
Δεν έχω πια ζωή, Γλυκιέ μου Ουίστον!..
26/4/2011

Read Full Post »

Πρωτοχρονιάτικο

(Latin και Misa Criolla είναι οι τίτλοι δυο δίσκων του Γιώργου Νταλάρα, ο πρώτος με χορευτικά λάτιν τραγούδια κι ο δεύτερος με χριστιανικούς ύμνους)

Το έτος που ατίθασο μπαίνει
ν’αρχίσει η τρελή βαρκαρόλα,
ας έρθει με δάδα αναμμένη
ν’ακούσει τον κάθε ξερόλα:

αυτόν που αρκείται να δένει
με σύρμα μια άγραφη κόλλα,
αυτόν που ιμάτια υφαίνει
με στάμπα: »I love Coca-Cola»,

αυτόν που θεωρεί πως μαραίνει
με τ’άνθη του μαύρη γλαδιόλα,
αυτόν που ξυρίζει το γένι
(ας όψεται εκείνη η καριόλα),

αυτόν που στο Γάγγη ξεπλένει
τη νέα που έφτιαξε φόλα
(τη μέρα η σημαία υψωμένη
τα βράδια να ντύνεται Λόλα).

Σ’αυτή την ψυχή που επιμένει
στη ζήση του »λίγο απ’όλα»
για πρόσφερε, χρόνε εργένη,
και Latin και Misa Criolla…
1+2/1/2012

Read Full Post »