Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Απρίλιος 2013

St Peter

το καράβι

 
Σημάδια ψάχνω μες στο μέσον της νυκτός
πως αψηφά την τρικυμία το καράβι.
Φοβάμαι χάθηκε στην άβυσσο, εκτός
αν ο Άγιος Πέτρος τα φτερά για άλλους ράβει…

Οι ελπίδες όλες κι οι κρυφές μου προσευχές
συνταξιδεύουνε μ’ αυτό το καραβάνι
που μεταφέρει στο βορρά θηλιές τραχιές
και Panadol -αν επιλέξεις το ντιβάνι-

Μα ακούω, στην άκρη της ζωής μου της αβρής,
βροντή, σημαίνουσα τα ύστερα του κόσμου!
Στη ζάλη τούτη ψάξε τώρα για να βρεις
ποιος είν’ ο ρόλος ο δικός σου κι ο δικός μου.

Αχ, να γινότανε αλλιώς η εγγραφή
και μ’ ένα σκέτο »ναι» τα πάντα να αλλάξουν,
για τη σημαία μας να φέρουνε βαφή
και τις πληγές μας παλλακίδες να μαλάξουν…

Προέχει, όμως, να μού πεις τι θα φανεί
και τι θα βγει στο λίγο χρόνο που απομένει.
Παρηγοριά μου η γλυκιά σου η φωνή
-μα, φυσικά, απομαγνητοφωνημένη-

να λέει αυτές τις μεγαλειώδεις κλητικές,
αυτά τα »О,tempora, ω, πάτερ» και »ω, μήτερ».
(Παρερμηνεύοντας σαφώς τις κριτικές
θα επιλέξω το ναυάγιο του St Peter…)
24/10/2012

Read Full Post »

neo classsical

Μικρή μου, μονοσήμαντη κι ανήκουστη φωνή,
εσένα καταράστηκε το τέλος να διαλέξεις
εκείνη η ανυπέρβλητη της κτήσης ηδονή
που βάζουν ως ανάχωμα στην ιαχή της λέξης.

Και κλαίγεσαι ασταμάτητα -φορτίο είναι βαρύ
της μοίρας μας ο έλεγχος κι η αλλαγή της πλεύσης.
Ως άνανδρη σ’ απέρριπταν και ως λιποβαρή
μα πάλι τ’ άγριο άλογο δεν δύνασαι να ιππεύσεις.

Τούς πίστεψες, πικρούλα μου, κι οργάνωσες τη γη,
τις στάνες σου και τ’ όργωμα με τους δικούς τους τρόπους.
Δεν μπόρεσες το είναι σου να τρέψεις σε οργή
κι ως έρμαιο αφέθηκες σε Λάχεσες κι Ατρόπους.

Μα τώρα, που χρειάστηκε τα πάθη μας να πεις,
παρέμεινες αιχμάλωτη στο σχήμα τους σαν φύλλο,
που -χτυπημένο απ’ τη σαϊτιά νεροποντής νωπής-
κατέληξε το βιαστή να αγαπά ως φίλο.

Κι ας σέ γεμίζω διαρκώς με έγνοιες και σπουδές,
η σχέση μας ουδέποτε άλλη μορφή θα λάβει…
Τό λεν’ κι οι γεροκότσυφες που αχνολαλούν -για δες:
»Αυτές τις μέσα μας ροπές ποιος θα προκαταλάβει;»

23+25+26/3/13

Read Full Post »

πλαθ

Εδώ θέλει έναν μικρό πρόλογο. Έχω υποσχεθεί πως το 2013 θα βάλω στο μπλογκ κι άλλες προσπάθειές μου, παράλληλες με το βασικό ποιητικό corpus.  Θαρρώ πως δεν είναι του ίδιου επιπέδου, αλλά σίγουρα δίνουν μια πιο σφαιρική εικόνα για τις ανησυχίες μου. Εγκαινιάζω αυτή τη στήλη με τη μετάφραση-διασκευή-νεοφορμαλιστική μετατροπή του αγαπημένου μου ποιήματος της Σύλβιας Πλαθ, χρησιμοποιώντας ένα μέτρο που αγάπησα από το Μαλακάση και το Σικελιανό. Σ’ ένα τόσο φιλόδοξο εγχείρημα, σάς προειδοποιώ από τώρα πως αυτό που θα διαβάσετε είναι σε ένα μεγάλο  βαθμό ανάγνωση της Πλαθ από Γιαννούδη παρά αυθεντική Πλαθ. Αφιερώνεται στην αγαπημένη φίλη Σοφία Κολοτούρου που μέ προέτρεψε σ’ αυτή τη μετάφραση, καθώς είχα βρει επιρροές της Πλαθ στο έργο της κι η Σοφία έλεγε πως παραδόξως η Πλαθ δεν τής άρεζε. (»Εκτός  αν κάποιος/-α τήν κάνει έμμετρη») 😉 Μικρή βοήθεια πήρα από τη μετάφραση των Ε. και Κ . Ηλιοπούλου, εκδόσεις Μελάνι, εξαιρετική έκδοση, τήν προτείνω σε όλους/-ες. Αυτά! Θάνος

Και πάλι τά κατάφερα, στα δέκα χρόνια μια φορά
εγώ τά καταφέρνω.
Κάτι σαν θαύμα ζωντανό, δέρμα ναζί μα φωτεινό,
δεξί το πόδι σέρνω.

Ένα κομμάτι χάρτινο, πρόσωπο λείο σαν το λινό
-εβραϊκό τό κόβω-
Βγάλε από πάνω το πανί. Εχθρέ μου, είμαι εγώ τρανή
και προκαλώ το φόβο;

Κι η μύτη, μάτια, δόντια σετ. Κι η ανάσα που αναστάτωσε
θα εξαφανιστούνε.
Σύντομα οι σάρκες κι η κοιλιά που καταβρόχθισε η σπηλιά
προς σπίτι μου βαστούνε.

Κι εγώ θα τίς χαμογελώ, είμαι τριάντα -έχω καιρό,
εννιάψυχη είμαι γάτα.
Κι αυτή είν’ η τρίτη μου ζωή, δεν κάνω κράτει στη ροή,
τα χρόνια παν φευγάτα.

Εκατομμύρια νήματα! Το πλήθος με συνθήματα
και με φυστίκια χίλια
κοιτά που μένω εγώ γδυτή. Κάνω στριπτήζ, όλοι δεκτοί:
και άρρενες και θήλεα!

Να τα χεράκια μου καιροί, τα γόνατά μου. Και μπορεί
κιλά να είμαι δέκα,
μα να ‘μαι άλλη απίθανον, κι έγινα (δέκα πια χρονών)
μ’ ατύχημα γυναίκα.

Τη δεύτερη φορά σ’ αυτό σκόπευα μέσα να χυθώ
-κλειστή σπηλιά η δικιά σου!-
σαν όστρακο θαλασσινό. Φωνάζαν όλο το πρωινό
να μέ ξεσκουληκιάσουν.

Το να πεθαίνεις, τελικά, θέλει μια τέχνη φυσικά
κι είν’ η ειδίκευσή μου.
Πότε τό κάνω αληθινό, πότε τον Άδη προξενώ
κατά τη θέλησή μου.

Εύκολο μέσα στο κελί, εύκολο κι αν είσαι πολύ
βαθιά σ’ αυτό κλεισμένη.
Θεατρική επαναφορά, ίδια η γη, ίδια η φορά
και μια κραυγή αναμμένη:

»Τι θαύμα, θαύμα ζηλευτό!» Πάει, μέ διέλυσε αυτό
κι εσένα θα χρεώσει
για να κοιτάξεις τις ουλές -και της καρδιάς τους χτύπους, λες-
Ποτέ δεν θα τελειώσει!

Και είν’ η χρέωση τρελή για ένα άγγιγμα ή ένα φιλί
ή μια σταγόνα αίμα
ή ένα τμήμα ρουχισμού. Herr Δόκτωρ του καταυλισμού,
Εχθρέ, δεν είναι ψέμα.

Μ’ έχεις δικό σου και λαμπρό, πολύτιμο σαν θησαυρό,
χρυσό μωρό ατόφιο,
που λιώνει με βαθιά κραυγή. Γυρνώ και καίγομαι στη γη,
εσύ μ’ έκανες ψόφιο!

Στάχτη και στάχτη. Τήν γυρνάς, κόκκαλα, σάρκα εξερευνάς.
Κενό θα βρεις. Θα βρίσεις.
Μόνο σαπούνι για σχοινί, βέρα του γάμου αδειανή,
χρυσό για να σφραγίσεις.

Herr Θεέ, Herr Διάβολε, γι’ αρχή βαρέστε μου μια προσοχή
καθώς θα πλησιάζω.
Βγαίνω απ’ τη στάχτη ως απειλή με κατακόκκινο μαλλί
κι άντρες κατασπαράζω…

27+28+29/3/13

Read Full Post »

flwrentia600_90056_2KRC50

Η μπαλάντα της βιβλιοθήκης

 

»Ω. Βενετία, πόλις από χρυσάφι κι από σμάλτο»
-Κ. Καρυωτάκης
»Στης Βενετίας τα νερά/ είδες γοργόνα κολυμπά»
-Γ. Γιατρομανωλάκης

Ω, Βενετία, πόλη σαν από χρυσάφι,
για καραντίνες και θανάτους ειδική…
-Θυμάμαι ήρθαν ο Μπαγκς Μπάνυ και ο Ντάφυ
και τούς ξεκλήρισε κι αυτούς η λοιμική-
Καρδιά μου, άστατη και υπερτροφική,
για βάλε τούτο το σι-ντι στη σι-ντιθήκη,
γιατί το πάθος, τη μανία τη φονική,
τά βρήκα στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη.

Σημαδεμένα, μα σε χρόνια απραξία,
δεν τά κατάφεραν τα φίνα μου χαρτιά…
-Στο τέλος παίρνει φοβερή υπεραξία
το αεράκι που θα ‘ρθεί με το νοτιά-
Και μη μού ρίχνετε τέτοια άγρια ματιά
για να υπογράψω υποχώρησης συνθήκη,
αφού τη σπίθα και την άσβεστη φωτιά
τά βρήκα στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη.

Κι όλο αγωνίζομαι να βρω για ν’ ακουμπήσω
μια επιφάνεια, μα η φύση είναι νεκρή!
-Μέ έχουν βάλει μοναχό να κολυμπήσω
στην τρικυμία της κανάτας του μπεκρή-
Ω, Βενετία, στην ψυχή σου είσαι μικρή,
ένα χυδαίο κι απροσάρμοστο καθίκι,
καθώς το μίσος και τη νιότη την πικρή
τά βρήκα στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη.

Πρίγκηψ, ν’ απλώσετε την κόκκινη βαφή,
έτσι όπως τά ‘γραψα ακριβώς στη διαθήκη,
γιατί το θάνατο και την υγρή ταφή
τά βρήκα στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη.
19/10/2012

Η μπαλάντα των Ηλιαστών

»Η Φλωρεντία σαν ν’ άδειασε της φάνη μες στον ύπνο της
το χάραμα ως αρχίζει…» -Αγγ. Σικελιανός

Ω, Φλωρεντία, πόλη σαν από ασήμι,
εσένα σού ‘λαχε μεγάλη αποστολή:
να ‘χεις τα χέρια σου στην Κάρπαθο, στη Σύμη
και να σέ ορίζει μέρα-νύχτα μια στολή.
Μπορεί η ζωή μας να ‘ναι πλάνα και θολή,
μα -με φωνή του κεραυνού- θα τραγουδήσω
σ’ όσους σκορπούν τριγύρω φθόνο και χολή:
»Πότε η ζωή που καρτερούμε θα ‘ρθει πίσω;»

Μάς προδικάσαν το φινάλε οι αστρολόγοι
και δεν αντέδρασε στις ρίμες τους κανείς
-είναι γραφτό μας να κομπάζουνε οι λόγοι
μπροστά στο άκουσμα ισόβιας ποινής-
Μα μη κοιτάς, ω, Φλωρεντία, ως Ερινύς,
γιατί τον μάταιο τον κόσμο σου θ’ αφήσω
και πριν πεθάνω θα ρωτάω, ημιθανής:
»Πότε η ζωή που καρτερούμε θα ‘ρθει πίσω;»

Εγκληματίες θα συρρεύσουνε στη γη μας,
αφού τις πύλες δεν αφήσαμε κλειστές.
Πώς να επιζήσουνε οι κόρες και οι γιοι μας
σαν τις σαρδέλες στην κονσέρβα τους παστές;
Τό ξέρω, πάντα τιμωρούνται οι βιαστές,
μα δεν μ’ αφήσαν φανερά να αγαπήσω,
γι’ αυτό το λόγο μου ακούστε, Ηλιαστές:
»Πότε η ζωή που καρτερούμε θα ‘ρθει πίσω;»

Σ’ αυτό το χάραμα, σε τούτο τον αγρό
την ηττημένη την ψυχούλα μου θ’ αφήσω…
Μα το μελάνι στις καρδιές σας είν’ υγρό:
»Πότε η ζωή που καρτερούμε θα ‘ρθει πίσω;»

28/3/13

Read Full Post »