Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Αύγουστος 2013

Il-Giudizio-universale-affresco-di-Michelangelo-nella-Cappella-Sistina

 

»Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε…» -Λ. Μαβίλης

Ένα βλέμμα σου περίμενα να δω
στο λυκόφως της Δευτέρας Παρουσίας,
πριν ανοίξουν την ανέλπιδή μας πύλη
σατανάς, αιθεροβάμονες και φίλοι
που χαθήκαν στις κραυγές της συνουσίας,
λησμονώντας στη ρουλέτα την φειδώ.

Μα η όψη σου στρεφότανε αλλού,
στις πομπές των πονεμένων Σταυροφόρων,
με σημαίες, με κοντάρια κι άλλα είδη
(αγαπούσα πάντα τούτο το παιχνίδι)
ρημαγμένων και ταυτόχρονα αειφόρων,
κανονιέρηδων βασίλειου τρελού.

Ιπποσύνη, μάς εγέλασες οικτρά
απ’ τη μέρα που πιστέψαμε στο φως σου!
(Οι καλότυχοι νεκροί που ‘χαν ποντάρει
πως θα σπάσει μια για πάντα το κοντάρι
ανεβαίνουν, μα είν’ η μοίρα του καμπόσου
βασιλιά μας να πεθάνει στα λουτρά.)

Λάμπει απάνω μας μεγάλος μποναμάς:
ιερές φωνές μάς γνέφουν και λαγούτα
απ’ τα βάθη παραδείσιας κοιλάδας.
Πεινασμένη απ’ τη μέθη της ζαλάδας,
Ηλιοστάλαχτη, συνήθισε σε τούτα!
Δεν χαράζει η δικαίωση για μας…

7/1/13

Read Full Post »

σαρλότ μιού

Η Σαρλότ Μιού γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1869. Καθαρόαιμη λεσβία, χτυπημένη από το πάθος που δεν έβρισκε ανταπόκριση, καθώς και από τον φόβο της τρέλας, πέρασε τη ζωή της στην έσχατη ένδεια κι απελπισία. Αυτοκτόνησε το 1928. (Από το »Ανθολόγιο Γυναικείας Ομοφυλόφιλης Ποίησης 19ου-20ου αιώνα», εκδόσεις Γαβριηλίδης)

»Θυμίζει φάρσα ώρες-ώρες η ζωή
ή παρωδία τραγωδίας του Σενέκα»
μού είχες πει χαμογελώντας το πρωί
που σ’ ερωτεύτηκα, αν κι ήσουνα γυναίκα.

Κι αν κατηφόριζα το δρόμο σκεφτική
ήταν που ο έρωτας μού όριζε τη σκέψη
και μεταμόρφωνε την άμορφη Αττική
σε royal hall για της βασίλισσας τη στέψη.

Αγγέλους φέρει της αιθούσης η οροφή
κι όσοι υποκλίθηκαν γλεντούν ευτυχισμένοι,
μα η αλήθεια σου τρυπάει σαν καρφί:
»Εγώ είμαι γι’ άλλες Κυριακές προορισμένη…»

Με την ευθύνη και το κύρος τ’ αγριμιού
σού στιγματίσαν ένα όνομα στο πάσο
και σέ βαφτίσανε Σαρλότ (surname: Mew)
-Κι εγώ θαρρούσα πως μπορώ να σ’ ατιμάσω…

Κι είν’ το μελάνι στην ταυτότητα νωπό
μα εσύ στο μέτωπο να εξολοθρεύεις Μήδους
κι όλους εκείνους που ‘χαν πάντα αυτοσκοπό
τη θαλπωρή και διαιώνιση του είδους.

Της μάχης φτάνει μόνο ο απόηχος -αχνό,
μικρό σαράκι που κουράζει την αντλία-
και τη μορφή σου, που ‘χω αρχίσει να ξεχνώ,
φέρει σαν όραμα επάνω απ’ την Αγγλία.

Θα σ’ αναπλάθω με πυξίδα το ποτό,
βαλσαμωμένη σαν κογιότ στην ίδια θέση
και -μ’ όση δύναμη μού μένει- θα ρωτώ:
»Ποιας ηδονής νεκροπομπό σ’ έχουνε θέσει;»

22+23/5/13

Read Full Post »