Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Φεβρουαρίου 2014

Communist_Party

  Σταματώ για λίγο τον κυρίαρχο ειρμό για να γιορτάσω μια πολύ ευχάριστη στιγμή! Με την ανάρτηση αυτή, το μπλογκ φτάνει τις 100! Ας τό γιορτάσουμε, λοιπόν, όλοι, ρεφορμιστές και μη! Δύο χρόνια και κάτι, δύο χρόνια όμως στα οποία έζησα τόσο έντονες καταστάσεις όσες δεν είχα ζήσει στα προηγούμενα 22 μου! Η ανταπόκριση υπήρξε σχετικά μεγάλη με τους συνολικούς επισκέπτες να είναι χιλιάδες (εντάξει, μερικές χιλιάδες, δεν μιλάει και όλο το ίντερνετ για την σελίδα! 😀 ) Πιο δημοφιλές ποίημα αποδείχθηκε ένα χιουμοριστικό στο στυλ του Μανούσου Φάσση, η »Εαακίτισσα» ( https://reformistikon.wordpress.com/2012/05/31/%CE%B5%CE%B1%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B1/ ), το οποίο έκανε ντόρο ένα χρόνο μετά την πρώτη ανάρτησή του και ξαφνικά μπαίνω μια μέρα και βλέπω 900 προβολές της σελίδας κι έπαθα σοκ! Θέλω να ευχαριστήσω ξανά την λατρεμένη φίλη Σοφία Κολοτούρου που μέ παρότρυνε στη δημιουργία της σελίδας, κίνηση που εντέλει βελτίωσε μακροπρόθεσμα και την ίδια τη γραφή μου και τον τρόπο που αντιμετωπίζω τα πράγματα. Είχα σκεφτεί να βάλω δύο προσχέδια ποιητικής σε μορφή σημειώματος που είχα αναρτήσει πρόσφατα στο facebook, αλλά μετά σκέφτηκα πως το καλύτερο θα ήταν να αφήσω τα ίδια τα έργα να μιλήσουν κι έτσι αποφάσισα να βάλω μερικά ποιήματα που προορίζονταν για την σελίδα, »χάθηκαν» όμως κάπου στην πορεία. Ποιήματα της περιόδου 2010-2013, ορισμένα μάλιστα απηχούν ξεκάθαρα προγενέστερη περίοδο της γραφής μου που πια ξεπέρασα, ενώ το τελευταίο εντάσσεται στα πλαίσια του »Περιπάτου στην Ευρώπη» και θα λειτουργήσει ως πρόλογος στη συγκεντρωτική συναγωγή. Δεν ξέρω αν σε 5 ή 10 χρόνια θα είμαστε εδώ, αν θα έχουμε φτάσει τις 1000 αναρτήσεις ή αν θα τά έχω παρατήσει, ξέρω όμως ότι ως τώρα απόλαυσα όλη τη διαδρομή, με τα καλά της και με τα στραβά της (γιατί θαρρώ όλα χρειάζονται). Κρατήστε τη φλόγα της Επανάστασης άσβεστη στην κόκκινη πλατεία, να περνάτε καλά! Θάνος

(Ορισμένα) Ποιήματα που δεν μπήκαν από τον κύκλο »Τα Ρεφορμιστικά»:

Έμπνευση

Υγραίνονται τα μάτια κι η ψυχή μου,
η αρρώστεια του αιώνα μέ πιέζει.
Δεν ξέρω τι να γράψω στο χαρτί μου!
Μού έρχεται να σπάσω το τραπέζι!

Συνήθεια του καιρού μας δυο μπουρδίτσες
να γράφουν μ’ευκολία οι ποιητάδες…
Εκστατικές διαβάζουνε οι θείτσες
και τούς μελοποιούνε οι ροκάδες!

Ο λόγος τους (τη ρίμα έχουν ξεχάσει)
με στόμφο για να πλάθει συνειδήσεις
εκείνων που »ποστάρουν» άλλου φράση
κι αρκούνται στων δελτίων τις ειδήσεις…

Κι οι κριτικοί αρχίζουν το λιβάνι:
»Εφάμιλλος, νομίζω, του Καβάφη!»
»Μαζί ρομαντικός, μαζί λιμάνι!»
»Είναι και Γκάντι, είναι και Καντάφι!»

Ωραία τα δικά τους παραμύθια,
και τούς ευχαριστώ απ’την καρδία μου:
Χάρη σε όλα αυτά τα κουτορνίθια
γεμίζω πάλι τα τετράδιά μου!
13/12/2010

Ημίφως

Μέ είδες στο ημίφως· κι επιμένω
πως δεν είναι αυτός ο εαυτός μου!
Με το σκαρί το καταπονημένο
εγύρισα τα πέρατα του κόσμου

και άκουσα να ψάλλουν ραψωδίες,
με στόμφο ν’απαγγέλουνε παιάνες…
Πολλών ανθρώπων βίωσα θηριωδίες!
(Πια ξέρω πώς σπαράζουνε οι μάνες)

Ταξίδεψα σε μέρη που τ’ανθρώπου
η σκέψη δεν κατόρθωσε να φτάσει
και κοίταξα κατάματα εκεί όπου
μπορεί κανείς την όραση να χάσει!

Και κάποτε,κοιτάζοντας τ’αστέρια,
κατάλαβα πως ξέρω τον σκοπό μου.
(την ώρα που λιπώδη χοιρομέρια
διασπούσε η κοιλιά του μέσου ατόμου)

Γι’αυτό και μ’αδικείς· πας να φωνάξεις:
»Φυλάξτε με απ’τον κουρελή, τον ξένο!»
Δοκίμασε γκαζόλαμπα ν’ανάψεις!
Με είδες στο ημίφως, επιμένω…
24/2/2011

Μανώλης

Λυθήκαν τα κορδόνια μου! Περίμενε Μανώλη!..
Μη φεύγεις τώρα που η νυχτιά χτυπάει πιο νωρίς!
Σ’αυτή τη συντεχνία μας μοιράστηκαν οι ρόλοι:
οι άλλοι γίναν δικαστές κι εμείς εδώ φορείς.

Φορείς του εξευτελισμού μιας Αυτοκρατορίας
που τελικά δεν μπόρεσε στα πόδια να ισιωθεί.
Πολλοί μάς λεν πως έφταιξε η έλλειψη εμπειρίας
κι η έπαρση, που στο κακό τον άνθρωπο ωθεί.

Ο άνθρωπος… Το πλάσμα αυτό διαρκώς μέ συναρπάζει!
Με το μυαλό το κοφτερό να ορίσει το χαρτί
τις νύχτες αγωνίζεται -Τό βλέπω εγώ, νυστάζει-
μα εντέλει στον αγώνα του αυτόν θα δικαιωθεί.

Και τι’ναι η δικαίωση; Της τρέλας μια φενάκη!
Ποιος’να ναι αυτός που βάφτισε εμένα ποιητή;
»Στο χέρι του δεν άξιζε μολύβι ούτε πενάκι»
η στήλη η επιτύμβια, μ’επιγραφή ρητή.

Μονολογώ ασυνάρτητα, γλυκύτατε Μανώλη.
Λυθήκαν τα κορδόνια μου, δε φταίω εγώ γι’αυτό!
Απόψε δε θα ευχηθώ να εξαλειφθούν οι δόλοι,
μα μόνο εσύ ένα πρόσωπο να ήσουν υπαρκτό…
8/1/2012

Η κούρσα (από εδώ προέρχεται η επωδός της μπαλάντας που μπήκε στην »Τρίλιζα»)
στον Δούκα της Θεσσαλονίκης, Ααρών Μνησιβιάδη

Τώρα που φτάνω στο φινάλε της πορείας
και με το σώμα μου το νήμα θε να σκίσω
μέ παρασέρνουνε ποτάμια απορίας
αν τελικά την κούρσα αυτή θα τήν κερδίσω!

Πάει καιρός που’χω να δω τους αντιπάλους.
(Απ’την αυγούλα τούς προσπέρασα, νομίζω)
Συχνά στο πλάι μου φαντάζομαι και άλλους,
»δεν τρέχεις μόνος σου» σε μένα να θυμίζω…

Κι αυτή η κούρσα διαρκώς μέ συναρπάζει,
γεμίζω κι άλλο τα ντεπόζιτα· δε μένει
καιρός να πάρω όλα αυτά που η κούρσα τάζει!
(Ο χρόνος πάντα στους σπουδαίους αντιβαίνει…)

Και κόιτα! Φτάνω στο φινάλε! Θα δοξάζουν
το όνομά μου οι αγγέλοι στους αιώνες
και ως »φωστήρα των ψυχών ημών» θα κράζουν
την αφεντιά μου της ζωή σας οι θαμώνες!

…Το νήμα κόβω! Το κορμί μου σπαρταράει!
Φριχτά πονώντας πώς βυθίζομαι στο χώμα!..
Καθώς πεθαίνω η μόνη φράση που γλιστράει:
»Μα πώς μπορώ να είμαι εγώ ένας ακόμα;»
30/9/2010

Επιτύμβιον

Ο ζιγκολό κρεμάστηκε· ο τοίχος
το μήνυμα διαδίδει με μελάνι:
»Αυτό ήταν! Ως εδώ!» Πνιγμένος ήχος
Αγίου που δε γνώριζε να χάνει…

Ο ζιγκολό κρεμάστηκε· σαπούνι
λιαίνει τη θηλειά για να γλιστρήσει.
Το μέλλον φέρνει σκόνη στο μπαστούνι
που τώρα πια κανείς δε θα ζητήσει…

Ο ζιγκολό κρεμάστηκε· τα φώτα
θα μείνουν ανοιχτά για τρεις ημέρες.
Μετά η κλειδαριά που σπα (μια νότα
στυγνή, πριν αρχινήσουν οι Πατέρες)

Ο ζιγκολό κρεμάστηκε· γυναίκες
θα κλάψουν και θα χύσουν μαύρο δάκρυ.
Νατάσες, Μαργαρίτες και Αλέκες
που δε θα πάλλουν πια του πέους την άκρη…

Ο ζιγκολό κρεμάστηκε· ο Τύπος
μια-δυο γραμμές στη στήλη θ’αναφέρει.
Κυρίως θα αναρωτιέται μήπως
η Τζούλια βρήκε φέτος νέο ταίρι.

Ο ζιγκολό κρεμάστηκε· οι »δικοί μας»
στο νέο κράτος πάλι θα ωφελούνται.
Pop stars θα επισκεφτούν την κοίλη γη μας.
(Α,ναι: Τα εισιτήρια προπωλούνται!)

Ανάποδα τόν θάψανε· κι η ρίμα
σπουδαίου βεληνεκούς σ’αυτόν θ’αξίζει;
Συγνώμη, παρασύρθηκα! Είν’το μνήμα
κι η μάνα του η γερμένη που δακρύζει…
16/8/2011

Ηλιαχτίδα
Μάς συστήνεσαι ως »σκιά μες στον χειμώνα,
μαύρος ήλιος που ρυπαίνει τις ψυχές»,
όντας άυλη κι απρόσιτη περσόνα
που γεμίζει το ντουλάπι μ’ενοχές.

Τούτη η μέρα με το φως της σέ ραντίζει
μα εσύ τό αντικρούεις αυτοστιγμεί!
Σαν τη σφήκα που θεμέλια κεντρίζει
για να’ρθούν στο οικοδόμημα τριγμοί…

Κι η ζωή σου ένα ερώτημα μεγάλο:
ούτε η Μοίρα δε γνωρίζει για να πει
άμα πλάστηκες για να χορέψεις Μπάλλο
ή να σβήσεις στο χαντάκι με παπί.

Μα εγώ θα σ΄ονομάσω ηλιαχτίδα!
(Μες στο σκότος η ελπίδα πάντα ζει)
Κι ας μην ξέρουν πως το άγγιγμα του Μίδα
σ’έναν άγγελο σέ έπλασε· οι χαζοί!

Αγνοούνε πως οι ύψιστες αλήθειες
μες στο χιόνι ξεψυχούν και στη βροχή.
Προς Θεού! Αυτοί ν’αλλάξουνε συνήθειες;
Φέιμ Στόρυ, καναπές, συνενοχή…
11/10/2011

Δείκτες

Θυμάμαι κάποια εποχή σε διαφημίσεις
του τελεμέρκετιγκ πως έπαιζα -θαρρώ-…
Πουλούσα σύνεργα για συναρμολογήσεις,
ρολόγια φίνα και χλιδάτα μπιμπερό!

Λίγο η παρατεταμένη ανεργία,
λίγο η μανία μου να βγω προς το γυαλί.
(Αυτή η οθόνη που ορίζει τη μαγεία
του πώς θα υψώνονται και δείκτες και φαλλοί)

Τα χρόνια φύγαν και μέ δείχνουνε ακόμη,
με ύφος κάποιου ξεχασμένου νικητή.
»Να σέ θαυμάζουν απ’τα νύχια ως την κόμη!
Πουλάει πάντα!» (Εντολή εκτελώ ρητή)

Τα λόγια ίδια· προφανώς χιλιοπαιγμένα,
με αλλαγμένο DVD αντί VHS.
Το προϊόν που »σχεδιάστηκε για μένα»
μένει αμετάβλητο. (Ευρώ απλά οι δραχμές)

Στ’αλήθεια ο χρόνος που έχω παίξει στην οθόνη
μέ κάνει εφάμιλλο με τους πολιτικούς.
Κι άραγε πες μου, ανυπέρβλητο κωθώνι,
γιατί μ’αυτούς κι όχι με μένα; Δε μ’ακούς;

Την ευτυχία στήν παρέχω κάθε μέρα!
Μ’ένα σου μήνυμα στον τηλεφωνητή
(κλειστά το Πάσχα και την Καθαρά Δευτέρα)
θα έχεις ό,τι η ζωή σου απαιτεί!

Ειδυλλιακή του τελεμάρκετιγκ η χώρα,
ουτοπικός προορισμός στη μαύρη γη!
Κι ας λησμονείς, με της Κοιμήσεως τα δώρα,
πως μέρα-νύχτα σαν σφαχτάρι αιμορραγεί…

…Ποιον κοροϊδεύω; Κι η φωνή μου δε μού ανήκει!
Σάμπως πληρώθηκα για τούτες τις δουλειές;
Δεκάξι χρόνια γυροφέρνω μες στο νοίκι
να τρώω μόνο μια μπουκιά ψωμί κι ελιές…

Μπουκάλες πάλι θε να πιω να λησμονήσω
πως δε θ΄αλλάξει η ζωή που μάς πονεί.
Κι απ΄την οθόνη-που δεν μπόρεσα να κλείσω-
χαμηλωμένη συνεχίζει η φωνή:

»Γλιστράει σαν χέλι και το σώμα σας μαλάζει!
Δεν τό ξανάδατε! Μεγάλη προσφορά!»
Ο θεατάκος μας βουβός κανάλι αλλάζει,
διατηρώντας των δεικτών του τη φορά…
23/8/2011

Συνέλευση
»Δεν είναι γρέγος είναι σιρόκος»
η μόνη απόφαση που ακούστηκε

Η γραφή μου είναι -λες- συνειρμική
και τον κόσμο των ονείρων σου ταράζει.
Σέ ξυπνά από μανία ληθαργική
και στα βάθη μιας συνέλευσης σέ μπάζει!

Πορφυροί, απαλοκόκκινοι, κυανοί:
οι διάδικοι τις θέσεις έχουν πάρει.
Στον ιδρώτα σού προσφέρουνε πανί
και ασμένως σ’απαλάσσουνε από βάρη.

Κι ο αγώνας αρχινά αμετροεπής
για το αν φυσά ο σιρόκος ή ο μπάτης.
-Εξαιρείται η »Ομάς της Σιωπής»
που εντέχνως δεν ξερνά τα μυστικά της-

Δολοπλόκοι στα όνειρά σου σεργιανούν,
που τούς έβαλε στον κόρφο σου η γραφή μου.
Δεν κεντράρουν· με τις ώρες τριγυρνούν,
τη γραμμή πιστά τηρώντας του εθίμου.

Τέτοιο ήθος! Η αγάπη η πολλή
τούς χαρίζει μες στο Πάνθεον μια θέση
που μάς άδειασε…
-Απ’την καταστολή;
-Όχι δα, απλά η καρτέλα έχει πέσει…
27/10/2011

(Ορισμένα) Ποιήματα που δεν μπήκαν από τον κύκλο »Δίχως Έρωτα κι Επανάσταση»:

Εθνικής Αμύνης

Δεν είναι του μπαρμπα-Θωμά αυτή εδώ η καλύβα
που αντέχει τον ψυχρό χιονιά μα και τον άγριο λίβα.

Λουκέτο έχει σφαλιστό αντί για παραθύρι,
ποτέ δεν βλέπει σε καλής ελπίδας ακρωτήρι

και έξω απ’ την πορτούλα της είν’ όρθιες -για κοίτα!-
Σέ χαιρετάνε αγκαζέ η Ποίηση κι η Ήττα.

Στον πόλεμο που έρχεται εκεί θα μετοικήσω,
αφήνοντας την έγνοια σου και τη μορφή σου πίσω

να καίγεται στον καύσωνα στη ματωμένη πόλη,
όπου σφαχτήκαν οι αδελφοί κι εχθροι γινήκαν όλοι.

»Τέρμα -μού λεν- τα ψέματα, καιρός να πάρεις θέση!»
Μα δε γουστάρω ούτε μπορντώ ούτε γαλάζιο φέσι!

»Αν δεν σταθείς στο μέρος μας, στηρίζεις τους εχθρούς μας!»
Μα ν’ αγαπάμε όλη τη γη συμβούλευε ο παππούς μας!

Αχ, τόν κοιτώ να έρχεται ξανά το Βενιζέλο,
καθώς χωρίζει με γραμμή το χάρτη το πινέλο.

Μαζί κι εσύ θα χάνεσαι και σταδιακά θα φεύγεις…
-Εξάλλου τό συνήθιζες, γλυκιά μου, να υπεκφεύγεις-

ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΤΟ ΑΝΕΧΟΜΑΙ! Γι’ αυτό μες στην αιγίδα
θα φτιάξω μια μικρή γωνιά με σένα για σφραγίδα!

Έτσι, για πάντα ακέραια στη μνήμη μου θα μείνεις,
σαν σ’ είδα για στερνή φορά στην Εθνικής Αμύνης…
25/6/2012

Θηραμένης

Εσύ που αδιακόπως πας ενάντια στη ροή
για πες μας τι κατόρθωσες και τι σού απομένει
εκτός από μια -διαρκώς σπασμένη υδροροή-
και την αιώνια ρετσινιά προδότη Θηραμένη;

Για πες μας τι προσέθεσες σε τούτο τον ιστό
της κοινωνίας που αύριο εσέ θα μνημονεύει;
Δε θα σού στήσουν άγαλμα, να είν’ αντικρυστό
στου Αρχηγού, που μοναχός το δρόμο θα χαζεύει.

Βιβλία δε θα γράψουνε εσένα να υμνούν,
μα ούτε καν τιμητικές δε θα’χουν επετείους,
να έρχεται ο Κόφι Ανάν -μαζί κι ο Μπαν Κι Μουν-
να κάνουνε τους νεαρούς »βελτίονας και βελτίους»…

Ένα μεγάλο τίποτα θα είσαι, δηλαδή,
κι ένα τετράδιο κενό η μόνη προσφορά σου
στο Έθνος (που αναζητά ακόμα το τσαρδί
για να στεγάσει τον καρπό σφυροδρεπάνου-ράσου).

…Μονάχα εκείνη, γελαστή στην όψη της αυγής
αρκεί ως μόνη ανταμοιβή, για να γνωρίζεις ότι
ανάγκη σπουδαιότερης δε θα ‘χεις αρωγής,
εσύ, που αποδέχθηκες το ρόλο του προδότη…
7+14/4/2012

Ρουά-ματ

Όλη τη νύχτα σέ σκεφτόμουν, ακριβή μου,
και μέσα στ’ όνειρο σέ είδα να περνάς,
σε ρόλο άσχετο: κοιτούσες την τι-βί μου
και διαπίστωνες πως άξαφνα γερνάς.

Για να καλύψεις τις απρόσμενες ρυτίδες
προσθέτεις σάλιο και μαστίχα και μπογιά,
κλεμμένα πρόστυχα απ’ τις κρυφές κοιτίδες,
σε πολιτείες που κοιτάν προς το βοριά.

Μα η τραγωδία έχει, βλέπεις, και συνέχεια:
αφού πηγαίνεις, όπως-όπως, να βαφτείς,
για καλλιστεία σ’ ετοιμάζουν (Miss Ανέχεια)
και σέ δικάζουν ο ιμάμης κι ο μουφτής.

Μα θα πουλήσεις το τομάρι σου ακριβά, σε
τριάντα δόσεις μ’ επιτόκιο καυτό.
Τις αντιπάλους σου δεν πρέπει να φοβάσαι·
εχθρό σου έχεις τον κακό σου εαυτό!

Και σού ‘χουν τάξει κρουαζιέρα στην Ιθάκη,
άμα νικήσεις το θεριό το φοβερό.
Καθώς γλιστράς, σέ προκαλώ μάταια σε σκάκι,
σε μια παρτίδα αφημένη από καιρό…
—————————————————-
Είσαι νεκρή! Τό ξέρω, πια περάσαν χρόνια,
μα μ’ επισκέπεσαι στον ύπνο πού και πού…
Πετάς στα μούτρα μου μια μπάλα από χιόνια,
που συμβιβάστηκα στη μοίρα του παππού!

Κι είχα σκεφτεί -σού λέω αλήθεια- τι θα παίξω
για να νικήσω, πριν σέ σφάξουνε τα ΜΑΤ.
Τώρα η σκακιέρα βρυκολάκιασε! (Απ’ έξω
από τον τάφο σου απλώς σκάλισα: ρουά-ματ…)
4/10/2012

Ο χαφιές

πρωτοδημοσιεύτηκε στο vakxikon.gr

Ψιλιάζομαι πως πρέπει ν’ αλλαχθούνε
σ’ αυτό το υποκατάστημα πολλά.
-Αν πρώτα φυσικά εμπιστευθούνε
οι μέτοχοι ανυπόγραφα ρολά-

Σαφώς να ενισχυθεί η τζαμαρία
με νέο, αδιάφθορο υλικό·
στον τίτλο να προσθέσεις μια βαρεία
κι ένα -που λείπει- διαλυτικό.

Τα ολόχρυσα σερβίτσια έχουν σκόνη…
Εμπρός, λοιπόν: Ας ανακυκλωθούν!
Προς ώρας αποφεύγουν την αγχόνη.
-Αχ, πότε τα κωλύματα θα αρθούν;-

Σε τι θα τρώει ο κόσμος το ψωμί του;
Δεν ξέρω! Σε κουρέλι! Σε κλαδί!
-την άκρη τώρα πιάσαμε του μίτου…-
Ας φάνε παντεσπάνι δηλαδή!

(Ο Μάλλιος και ο Μπάμπαλης γελάνε
μ’ αυτό το μαζικό μας ρεκτιφιέ.
Κι εμείς αναρωτιόμαστε ποιος να ‘ναι
που παίζει το ρολάκι του χαφιέ…)
7/2/2012

Ποιήματα που δεν μπήκαν από τον κύκλο »Τρόπαια για την ήττα»:

Φραξιονισμός

Από κακή φωτιά ορμώμενοι, είτε
από τη σαχλαμάρα σας την τόση
μάς έρχεστε και πάλι ανακινείτε
μια υπόθεση που τείνει να βαλτώσει.

Και λέτε είν’ ο λόγος μας διττός ή
γυαλί εύθραυστο σε πλάκα που δονείται.
»Κανεις φραξιονιστής δε θα γλυτώσει
κι εσείς εκτεθειμένοι θα φανείτε!»

Σονέτο, συντυχιά της δυστυχίας,
τι σ’ έμμελε κι εσέ να τραγουδήσεις
εσωκομματικής αποτυχίας

τη θλίψη και την άμετρη οδύνη,
που τώρα μόλις είπαν στις ειδήσεις
πως ο Αρχηγός σε προσφορά τή δίνει;

2/11/12

Τριανδρία

Θα τρέψω το συνάλλαγμα από ευρώ σε μάρκα,
για να ‘χει ο Κέρβερος ρευστό να ορίζει τις ροπές
που αιώνια πλευρίζουνε του Πλούτωνα τη βάρκα,
εκτός των ημερών που εγώ πηγαίνω διακοπές.

Ο ποιητής εργάζεται στην πείνα και στα κρύα,
είν’ η χαρά του βαρετή κι ο πόνος του καυτός,
κλαίει στις γιορτές και προς τα πένθη δείχνει μια λατρεία…
Δεν δικαιούται μιας στιγμής ανάπαυση κι αυτός;

Αν λείψει, όμως, διαπαντός η κριτική θα πάψει
ή έστω θα ‘ναι συνεπής, θλιμμένη και κοντή.
Ποτέ σου -πόσω μάλιστα σε κόσμο που ‘χει αστράψει-
μην προσπαθείς, μού είπανε, να θάψεις τη βροντή.

Αυτό το καραβάνι μας προς τα δεινά οδεύει
και σιγοψήνει τις ψυχές με γέμιση ωμή.
-Ποιος είπε, αλήθεια, ασεβής: »Η Ελλάδα ταξιδεύει;»,
η Ελλάδα, που δεν θέλησε να έρθει εκδρομή;-

Ανόητε, που γέμισες με χώμα την υδρία
ξεχνώντας πρώτα φυσικά να κάψεις το νεκρό,
στις στάχτες σου γεννήθηκε μια νέα Τριανδρία,
μ’ Αντώνιο ανυπέρβλητο και Καίσαρα μικρό.

Αναζητώντας μες στους τρεις σανίδα σωτηρίας,
μια λάμψη και μια ασώματη καρδιά που συμπονεί
βγήκες εντέλει ο χαζός αυτής της ιστορίας
συνθλίβοντας τα νιάτα σου μες στην αναμονή.

Έφαγες όλη τη ζωή στη στάση του Τριάντα,
ανάμεσα στις φλόγες και σε τήξεως κρουνούς.
Και η αγάπη σου η κρυφή που φώναζες Μιράντα
δραπέτευσε και ξέφυγε σε ξένους ουρανούς…

Αθήνα, 6/7/13

(Ορισμένα από τα) Ποιήματα των ετών 2012-13 που έμειναν εκτός συλλογών, ιδίως από το καλοκαίρι του 2012 που ήταν η παραγωγικότερη περίοδος της ζωής μου:

Έκτρωση

»Ολίγον έγκυος» έγραψε το τεστ εγκυμοσύνης
και συ τό ταρακούνησες να επαληθευτείς.
Ω, των προφητοκτόνων μας! Ω, της παραφροσύνης!
Για τρία μαύρα τέρμηνα στον τάφο να θαφτείς…

Και όντως, πράγματα πολλά να κάνεις έξω είχες:
σε δίκτυα αλληλέγγυα να συμπαρασταθείς,
ξανά να διαχειριστείς των απεργών τις τύχες
και να προσχώσεις το γιαλό, που φαίνεται βαθύς.

…Τήν πήρες την απόφαση: Το έμβρυο θα ρίξεις!
Νυστέρι πλήρες αίματος, μαχαίρια πρακτικά
και φάρμακα πολυάριθμα, με διαρκείς προσμίξεις…
-Ταράζουν την ενότητα τα εγγειοβελτιωτικά-

Μα βλέπεις πως οι βάρκες που τα πόδια σου έχεις βάλει
ολοένα απομακρύνονται και σέ ταλαιπωρούν.
Ακούστε, της Ασίας θεοί, προστάτες μας μεγάλοι:
Στην έντρομη γολέτα μας παγόβουνα εισχωρούν!

Οι τόσοι εγκιβωτισμοί της άμοιρης ζωής σου
σέ καθιστούν παράδειγμα στα »προς αποφυγή»!
Μού φαίνεται πως θα ριχτείς στα βάθη της αβύσσου,
εκεί που ξεμαλλιάζονται οι Λέοντες κι οι Ζυγοί…
30/1+1/2/2012

Μαρία Δημητριάδη

Αυτή τη νύχτα που βοριάς δριμύς χτυπά την πόλη
θα σκέφτομαι όσους φύγανε και δε θα ξαναρθούν.
Πολύ μακριά απ’αυτή τη γη στην αιωνιότητα όλη
κι αφήσανε στις αγορές τους άλλους να πενθούν.

Θεσπέσιες τούς πρέπουνε κι ουράνιες απολαύσεις
γιατί στο μάυρο κόσμο μας χτυπήθηκαν σκληρά.
Τη ζήση τους ανιστορώ στου κλάματος τις παύσεις,
καθώς κι εμένα όμοια μέ καρτερεί πυρά.

Αντίκρυ στέκει η ζωή μα δεν αλλάζω όχθη:
Σχολείο, γήπεδο, στρατός, δουλεία και Βουλή…
Βαθιά η ψυχή -απ’το σώμα μου βιαίως εδιώχθη-
θυμίζει ετοιμοθάνατο, ασθενικό πουλί

που σ’έναν ξεροπόταμο μονάχο τώρα άδει:
»Γιατί πήγες και πέθανες, Μαρία Δημητριάδη;»
28/2/2012

Η μοίρα του Οδυσσέα

Η πλήρης αποσύνθεση γεννάει
ανθρωποφάγα τέρατα σωρό
που βρίζουν τον κακό τους τον καιρό
-με αίμα παγωμένο, πορφυρό-
και τρέμουν στην ιδέα του Τσενάι.

Και όσο οι μέρες γύρω μας περνούνε
-ολοένα και πιο δύσκολα, πιο αργά-
δεκάδες πεινασμένα φορτηγά
που η όψη τους τη ζήση μας τρυγά
το πώς θα μάς ξεκάνουνε κοιτούνε.

Κι εμείς, διασκορπισμένα ανθρωπάκια,
χωρίς φιλία αγάπη και ψυχή
-έστω με μια ιμιτασιόν ρηχή-
θα γράψουμε στο word μας: »χι,χι,χι!»
σαν τάχα να βαράμε παλαμάκια.

Μα πίσω απ’την άνανδρη οθόνη
που σφάζει ό,τι έμεινε από μας
και δρα ως εντεταλμένος φαντομάς
σέ ξύνει η ιδέα του να κρεμάς…
-Πώς γίνονται οι κατσίκες δολοφόνοι!-

Παράξενη η τύχη του Οδυσσέα:
να τρέχεις με θαλάσσια πνοή
κι η μοίρα σου, ο καιρός να σ’αγνοεί…
Κι εμείς στου λαβυρίνθου τη ροή.
-Νομίζω χρειαζόμαστε Θησέα…-
3+4/3/2012

Νέοι ήχοι στο παμπάλαιο νερό

Σε τούτο το στεκούμενο και βρώμικο νερό
ποια μοίρα μέ οδήγησε; Τι ήρθα για να κάνω;
Έχω, άλλωστε, έτοιμο χυλό σ’αυτό το μπιμπερό
και άφησα λίγο αλκοόλ πιο πίσω, στο υδροπλάνο.

Με κηροζίνη φούλαρα πολύ αποδοτική
-νομίζω δίνει καύσιμο για δεκαέξι πτήσεις-
Έχει ένα χρώμα βεραμάν ή σκούρο φυστικί·
θυμίζει το παμπάλαιο δοχείο μου για αιμοπτύσεις…

Και έφτασα, φυματικός, σε τούτη την πηγή
να βρω αγκαλιά, στοργή, προδέρμ και ξώβυζες παρθένες,
μα -αντί γι’αυτές- τριγύρω μου αναστενάζει η γη
κι οι έξοδοι διαφυγής από καιρό κλεισμένες.

Μού λεν: »Μάς καταδίκασαν εδώ, χωρίς τροφή,
να λήγει η Επανάσταση σχεδόν προτού αρχίσει.
Μια ανάσα μόνο ήμασταν πριν την καταστροφή,
μα ήρθες κι η αντεπίθεση πια έχει ξεκινήσει!»’

Ο στόχος άλλαξε: να βγω πια θέλω νικητής,
με όπλο ακατανίκητο τη ρίμα και τους στίχους!
Ο νέος φρουρός του έμμετρου, ο νέος ποιητής,
θα δώσω στην παμπάλαιη αγωνία νέους ήχους…
19+20/4/2012

Ο χαμένος αδελφός από τη Βραζιλία (Πω, πω αυτό τό ‘χα ξεχάσει εντελώς κι έχει μια τέλεια ιστορία από πίσω σχετική με τον Ηλία Λάγιο, δεν είμαι βέβαιος όμως αν πρέπει ακόμα να τήν πω, προς το παρόν ας μείνω στο ποίημα.)

Απ ‘το ταξίδι φέραμε δυο-τρία σουβενίρ:
κυρίως καρτ-ποστάλ, αλλά και λίγα μαγνητάκια
να καλλωπίσει ο Οβελίξ τα άμορφα μενίρ.
-Α! Φέραμε και τοπικά τρουφάκια και παστάκια!-

Θα αρέσουν, όμως, άραγε σε τούτο το χωριό
που έχει μάθει άκριτα το ξένο ν’ αποπαίρνει;
Κουμάντο κάνουν το παλιό, κουφό καμπαναριό
κι αυτός ο άγριος άνεμος που τις ζωές μας σπέρνει.

Ποιος θα ‘ναι αυτός που άφοβα θα βγει στην αγορά
τις νέες ανακαλύψεις μας να πάει να υποστηρίξει;
-Εφόσον δεν αντιστραφεί του κύκλου η φορά
δε θα ‘ρθει η πολυπόθητη ανατροπή και ρήξη-

Ο Σόλων απ’ την Αττική, Μιλήσιος ο Θαλής
και άλλοι τόσοι επέδειξαν τρεμούλα και δειλία.
Ο μόνος που επέζησε, ως ετεροθαλής,
είν’ ο χαμένος μου αδελφός από τη Βραζιλία!

Τι κι αν δεν ξέρει ούτε το »γεια» στα Πορτογαλικά;
Θα ανατρέξει βιαστικά στη βάση των αρχείων
και, ξεπερνώντας βάσανα κεφαλαιοκρατικά,
θα συστηθεί ως Σόκρατες εντός των Εξαρχείων…
17/6/2012

Η μπαλλάντα της Ερωφίλης

Στην αυλή του βασιλέως Φιλογόνου,
όπου ο ήλιος δυσκολεύει την πνοή
κάθε άξιου κι ανόθευτου απογόνου,
χθες ακούστηκε θανάσιμη βοή!
Ήταν χάραμα – δεν τό ‘λεγες πρωί.
Πριν προλάβουν καν ν’ ανάψουν το καντήλι,
εκδιώχθηκαν με βία απ’ τη ζωή
ο Πανάρετος κι αυτή η Ερωφίλη…

Τούς κοιτούσα και πετάριζε η ψυχή μου·
η αγάπη και δαιμόνια συγκινεί!
Τέτοιος έρωτας -ας έπιανε η ευχή μου!-
να ‘ταν μοίρα μας αιώνια και κοινή!
Μα βρεθήκαν σε πορεία επικλινή
με τερματικό σταθμό τη γη την κοίλη
και γευτήκαν τη χειρότερη ποινή
ο Πανάρετος κι αυτή η Ερωφίλη!

Και δεν έχω αληθινό ούτε ένα φίλο
τον καημόν αυτό να σύρει ως τα στερνά.
Κι ο σεβάσμιος ο Νέστορας στην Πύλο
μ’ αδιάφορη ματιά μέ προσπερνά.
Λεν: »Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά,
ώσπου σβήνουν σταδιακά κατά το δείλι.»
Μοναχή της η καρδιά μου θα πονά
τον Πανάρετο κι αυτή την Ερωφίλη…

Την αλήθεια, πρίγκηψ, το ρητό δηλοί,
που στον τάφο τους χαράξανε με σμίλη:
»Δεν υπέκυψαν ποτέ στην απειλή
ο Πανάρετος κι αυτή η Ερωφίλη.»
13/7/2012

Τζουλάι

Γεννημένος την τετάρτη Ιουλίου
σ’ έναν καύσωνα που σπέρνει τις ζωές,
μια μορφή είμαι απ’ το χώρο του γελοίου,
γραφικός που ανακατεύει τις χοές.

Η φωνή μου θλιβερή κι αλλοιωμένη,
σαν στριγκίδι από αδέσποτα γατιά.
– Η σιωπή υπήρξε παρατεταμένη
και εντέλει συνηθίσανε τ’ αυτιά… –

Ένας μήνας πριν… Δε θέλω να θυμάμαι!
Πάρ’ τα γκέμια σου! Πιο γρήγορα, αμαξά,
στο επόμενο βασίλειο ας πάμε!
(Μα ο Αύγουστος μυρίζει Μεταξά…)

Τέτοιες σκέψεις παρακμής και δυσωδίας
προκαλώ καθώς ο βίος μου κυλάει
και γεννά μόνο στιγμές της θυμηδίας
η ιαχή του αμερικάνικου July…

Και, κλεισμένος στη γωνιά του μαυσωλείου,
προσδοκώ ακόμα ανάσταση νεκρών…
Γεννημένος την τετάρτη Ιουλίου,
υγιής μέσα στη χώρα των λεπρών!
4/7/2012

Φυλές

Και τι κατάφερες, λοιπόν; Ο ουρανός ακόμα
στο ίδιο μένει γαλανό -τη νύχτα μαύρο- χρώμα.
Και τι κατάφερες, λοιπόν; Ο ποταμός θα χύνει
στο δέλτα λίτρα από νερό, κομπόδεμα κι ευθύνη.

Και τι κατάφερες, λοιπόν; Της στέπας οι Μογγόλοι
το δέρμα παίρνουν και μ’ αυτό τσαντίρια φτιάχνουν όλοι.
Και τι κατάφερες, λοιπόν; Οι Άβαροι κι εκείνοι
το φλοιό των δέντρων ξύνουνε και βγάζουν τη ρητίνη,

Και τι κατάφερες, λοιπόν; Και τι μπορεί ν’ αλλάξει;
Αυτοί είν’ οι δρόμοι που ‘ ρχεται στη χώρα το μετάξι!
Και τι κατάφερες, λοιπόν; Λες λόγω απειρίας;
Βαρύ το χρονοντούλαπο αυτής της Ιστορίας…

Και τι κατάφερες, λοιπόν; Ή, μάλλον, τι σ’ αφήσαν;
Περιφρονώντας σεμ χορό μεγαλειώδη στήσαν,
σπουδαίο και νικητήριο
μπροστά στο καθαρτήριο
κοριοί, αμοιβάδες, μύκητες
κι αγρίων φυλές ανίκητες…
1/8/2012

Η χαμένη Άνοιξη

Αυτή η κατάλευκη γατούλα είναι χαμένη
και τουρτουρίζει στη γωνιά της αγοράς.
Ποιος τή ζητά και ποιος να ‘ρθεί τήν περιμένει
τις εσοχές τηρώντας της περιφοράς;

Αυτή η γάτα ασταμάτητα κοιτάζει
προς τη φωτιά που καίει το τζάκι στοργικά.
Σαν ποιος -φερόμενος σαν πράκτορας της Στάζι-
δε θα τής έδειχνε το δρόμο που νικά;

Αυτή η γατούλα λυπημένη νιαουρίζει
έναν γατίσιο και κλαψιάρικο σκοπό.
Σαν ποιος τη μοίρα της να θέλει να ορίζει
-και φυσικά να μην ξεχνά τον Ωρωπό;

(Αυτή ψιψίνα θα νικήσει το χειμώνα,
μα και το ψύχος που ‘χει γίνει πολικό
κι έχει παγώσει τον Αξιό και το Στρυμόνα.
Θα φέρει άνοιξη και κλίμα φιλικό.)

Αυτή τη γάτα τή λυπήθηκα! Τήν βάζω
και στη καρδιά μου και στο σπίτι μου εντός!
Στο χιόνι έγραψε ένα μήνυμα κοιτάζω:
»Χαμένη Άνοιξη, χαμένη διαπαντός…»
10/8/2012

Υδροκυάνιο

Η φήμη γρήγορα εξαπλώθηκε:
»θα σφάξουν αύριο το Θανάση».
Δυο μυστικοί τόν αιχμαλώτισαν
ενώ είχε στόχο να μονάσει.

Τόν πιάσαν λίγο πριν το άσυλο,
πολύ κοντά στην εκκλησία.
Στον σάκο που κουβάλαγε έβρισκες
τα υλικά για μια θυσία:

Βαστούσε αλεύρι και πυρίτιδα
και ένα ψεύτικο μαχαίρι,
σακούλια αλεύρι και ψαρόκολλα
που βάφουν κάτασπρο το χέρι

για να μοιράζει αγγελικότητα
και φως υπέρλαμπρο κι ουράνιο…
(Στην άκρη-άκρη υπολείμματα
φιάλης με υδροκυάνιο)

Το πρόσωπό του ήταν έρωτας
μορφής υπέρμετρα τελείας,
τα χελιδόνια είχαν τα γένια του
λαμπρό WC πολυτελείας.

ΔΙΑΚΟΠΗ ΓΙΑ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

Οι εταιρείες αυτοκίνησης
Renault, Mercedes, Opel, Kia
λυπούνται που τίς εγκατέλειψε
και χάθηκε στην πολιορκία.»

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΟΜΑΛΗ ΡΟΗ
ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ

Ω, εσείς της ζήσης συμβουλάτορες,
μη λησμονείτε το διαμάντι,
μα πάντα να τόν μνημονεύετε
(Μαζί με τον Παπαδιαμάντη.)

Το θείο όνομα ν’ ακούγεται
σε κάθε άκρη του λειμώνα,
γιατί ονειρεύτηκε την άνοιξη
μέσα στον πιο βαθύ χειμώνα!
18/8/2012

Γι’ αυτήν…

Στη γωνία καθισμένος διαπαντός έχω σωπάσει.
»Η σιωπή είναι χρυσάφι» όπως λέει και το ρητό.
Ένα μήνυμε μονάχα της καρδιάς μου που θα σπάσει:
»Πάρτε την πολύ μακριά μου! Δεν μπορώ να τήν κοιτώ!»
22/8/2012

Μια μελωδία

»Κανείς δε μένει χωρίς πατρίδα
όσο θα υπάρχει Θεσσαλονίκη»
Νικηφόρος Χούμνος

Γιατί ήρθες, πάλι, μουσικέ σ’ αυτή την πόλη
βαστώντας κύμβαλα, κιθάρα και βιολί;
Σέ ξύνει μήπως το παμπάλαιο τριβόλι
που όλα τα χρώματα κοντά της προσκαλεί;

Σέ ξύνει μήπως η ανίατη ασθένεια
που επηρεάζει το μυαλό και την καρδιά
και έχει κάνει συνεχή και μόνη έννοια
σ’ αυτήν να ερχόμαστε να γίνουμε παιδιά;

»Χαρά του έρωτα» πολλοί τήν ονομάσαν,
»νύμφη του πέλαγους» ή »πύλη του φωτός».
Πυκνές ομίχλες για αιώνες την σκεπάσαν,
μα πάντα ο Χάροντας διωχνόταν σηκωτός.

Κι αν την ξεγράψαν, κι αν την είπαν τελειωμένη,
πως την ξεπέρασε για πάντα η εποχή,
για χρόνια κόντρα στην ενάντια ειμαρμένη
ξανασηκώνονταν για μια καινούρια αρχή.

Γι’ αυτό να παίξεις, μουσικέ, μια μελωδία
να συγκινήσεις εκκλησίες και τζαμιά
-εν είδει κάθαρσης σ’ αυτή την τραγωδία-
κι όλοι μαζί να επανορθώσουν τη ζημιά…

Κι αν σας ρωτήσουνε εμπόροι απ’ τη Φοινίκη
»σαν πού κρατάτε», μη στραφείτε στη σιγή!
Να πείτε όλοι με ψυχή: »Θεσσαλονίκη,
αυτή είν’ η πόλη και πατρίδα μας η γη!»
19/9/2012

Reconquista
»Είναι φρικτότατοι εχθροί οι Ρωμαίοι.
Μπορούμε να τα βγάλουμε μ’ αυτούς,
οι Καππαδόκες;»-Κ.Π.Καβάφης

Μαθαίνω με βραδύτητα τον άγριο χορό
που είναι κάτι ανάμεσα σε λίμπο και συρτάκι,
καθώς τις αναμνήσεις μου με πόνο εξιστορώ.
-Πώς έφυγα και άναψε το κόκκινο φωτάκι…-

Τις πύλες μας γκρεμίσανε μ’ ατσάλινο κριό,
στη θέση τους ανοίγοντας ορθάνοιχτους πυλώνες
στο νέο τους προαγωγό, πασά και πατριό
που πριν εμπορευότανε καβούκια από χελώνες.

Στημένο το πρωτάθλημα να φέρνει μόνο Χ,
να χάσουν όσοι πόνταραν τα χρήματα στον άσο.
Κρυμμένες μες στις εσοχές, σαν πρόσθετη ενοχή,
βογγώντας, οι γυμνόστηθες πουτάνες πάνε πάσο.

Κι εσύ δεν ήσουν που ‘λεγες δε νιώθεις απειλή;
-στην ηρεμία πάγωσες και στον ορυμαγδό καις-
Μάς φοβερίζει μια ξανθιά με πρόστυχο φιλί:
»Τολμάτε να τά βάλετε μ’ εμάς οι Καππαδόκες;»

Στη μαύρη νύχτα που ‘ρχεται σέ προειδοποιώ:
τις προκηρύξεις πέτα τες και τα μελάνια σβήστα
-παράλληλα, τα ξόρκια σου στο φαρμακοποιό
ετοίμασε, γιατί θα ‘ρθει μια νέα Reconquista!-

Εκεί που πια δε θα μετρά ποιοι δείξανε πυγμή
και ποιοι αποδειχθήκανε ανίκανοι Πυγμαίοι,
μα που έστω στην ελάχιστη και κρίσιμη στιγμή
ενώσαν τις δυνάμεις τους Ραγιάδες και Ρωμαίοι…

22/12/12

Η εγκυκλοπαίδεια »Δομή»
Η θεία Ηρώ δεν έβλαψε κανέναν!
Γιατί τήν τιμωρήσατε φριχτά;
Γλυτώσατε φυγάδες που επιμέναν
πως άκουσαν τ’ alarm μας ν’ αλυχτά
κι εκείνη τή δωρίσατε στον Άδη
να λιώνει στα καζάνια τ’ ανοιχτά.

Τα χρόνια που μεγάλωνε κοντά μας
δεν έζησε σε βάρος κανενός.
Η κάρτα δεν τής άρμοζε της ντάμας,
μα διάλεξε να γίνει ο κεραυνός
και ύπουλα να γλείφει το υφάδι
που ύφαινε ο κόσμος ο κοινός.

Στου κύκλου τη φορά ψευτογελούσε
μα δάκρυζε κρυφά με το νοτιά
που πύργους και ταβέρνες πυρπολούσε.
-Κι ας έγραφε πως είν’ αποκοτιά,
στα βάθη της κρυφόλεγε: »οι κάδοι
πώς λάμπουν όταν παίρνουνε φωτιά!»

Για ‘κεινης τη γενιά καμία θέση
δεν έχ’ η εγκυκλοπαίδεια »Δομή»,
μα αλύγιστο κανόνα έχει θέσει
σ’ αυτή την κοινωνία την ωμή,
που αλείφει τα παιδιά της με το λάδι
κι εντέχνως στα κρυφά τά σοδομεί.

Μονάχη θα σταθεί σιμά στο ρήγμα,
αγέρωχη στις λάβες θα μιλεί:
»ρυάκια που ‘στε μόνο ένα δείγμα
κακίας που ρημάζει τη φυλή
ισιώστε τις πορείες σας το βράδυ.
Ανθρώπινα είν’ ο φθόνος κι η χολή…»

7+13/5/13

Βραδινή φωτιά
Υπάρχει, άραγε, ζωή πιο πέρα από την κρούστα
που αντέχει σβήνοντας ψυχές κι ασώματες φωνές;
Ποιες βάφτισες ανάμνησες κι ελπίδες ικανές
στου χρόνου το πολύμορφο και τ’ άγραφτο αχανές
να σπάσουν τα ελατήρια, να ξεμπλοκάρει η σούστα;

Τα χρόνια που στερήθηκες δεν γράφονται εκ νέου
κι εισήλθαν ενδιάμεσα δικλείδες και δασμοί.
Με τ’ άνευρά σου αρώματα δεν κρύβεται η οσμή,
μα ορθώνεται ανυπέρβλητη στου χάους την πύλη -ας μη
ντυθούμε πάλι παρακμή στο πάρτυ του ακμαίου-

Ανέλαβες αυτόβουλα το ρόλο του επιγόνου,
χωρίς τα εχέγγυα αντοχής που θα ‘χες διδαχτεί
αν έφτανες στην ώρα σου· πιο δίπλα απ’ την ακτή
προβάλλει μια ερώτηση που λάμπει μουλωχτή:
»Με πόσα λάμδα γράφεται η έλλειψη οξυγόνου;»

Και πάλι οι σκέψεις θα καμφθούν ως μια παρανυχίδα,
σαν μελωδία παλαιική που ανήκουστη περνά.
Κι -αχ!- θα μπορούσε να φωτίσει τόσο τα στερνά,
μα η μοίρα σου σέ χτίκιασε -αυτό κι αν σέ πονά!-
να γράφεις χρόνια ποιήματα χωρίς ακροστιχίδα…

(10+11+)12/9/13

Από τον »Περίπατο στην Ευρώπη», κύκλο εν εξελίξει:

Το ταξίδι μας

»Άνευ ορίων, άνευ όρων» – Α. Εμπειρίκος

Το πρωί, που υπερβαίνει της νυκτός την παραζάλη,
σού ‘χω γράψει να κινήσεις,
για ν’ ακούσεις τη γοργόνα μες στην πλώρη μας να ψάλλει
τις μεγάλες συγκινήσεις.
Στο ταξίδι που θ’ αγιάσει μυστικός Αρχιερέας
-γόνος των Υπερβορείων-
σέ καλώ φωτιά να γίνεις και προπάντων αμφορέας,
μεθ’ ορίων, μεθ’ ορίων!

Το έρεισμά σου μοιρασμένο σε νεκρούς και σ’ αγεννήτους
κι άντε τώρα να προφτάσεις
και να σώσεις άγιους λόγους που ρημάξαν τη φωνή τους
οι μεγάλες αποστάσεις.
Μυστικοί συνοδοιπόροι με χαμόγελο κρυμμένο
-φίλοι των περιθωρίων-
σού ζητούν να δημιουργήσεις την ζωή που περιμένω
μεθ’ ορίων, μεθ’ ορίων!

Κι αν διστάσεις και δεν φτάνουν τα εχέγγυα ασφαλείας
την ψυχή να περιφράξεις
από ‘κείνους που ‘χουν στήσει σαν βραδιά περιπολίας
τις μεγάλες αποφράξεις,
με προστάτες σου τ’ αστέρια που μού χάρισαν το φως μου
-δόξα να ‘χει ο Ωρίων-
την χαρά και την αγάπη ξαναμοίρασε του κόσμου,
μεθ’ ορίων, μεθ’ ορίων!

3/9/13

Advertisements

Read Full Post »

1002610_165934100263793_1019471347_n

Συνεχίζουμε τον »Περίπατο στην Ευρώπη», με ένα κοντινό ταξίδι αυτή τη φορά. Η εικόνα ανήκει στην Δανάη κι εδώ μπορείτε να βρείτε περισσότερα για τη δουλειά της: http://www.facebook.com/pages/Danaive-art/165931576930712 Εξυπακούεται πως αν κάποιος/-α καλλιτέχνης/-ις θέλει να »ντύσει» ποιήματα της σελίδας, είναι καλοδοχούμενος/-νη!

->»Δεν είναι εδώ Βαλκάνια, σου το ‘πα.
Εδώ είναι παίξε-γέλασε και σώπα…» – Αλκ. Αλκαίος
->Γαλλικός-Αξιός-Λουδίας-Αλιάκμονας (ΓΑΛΑ-μνημονικός κανόνας)

Τα ράσα, που στην έλλειψη κι αυτά παπά τά λες,
θα ταριχέψεις και στο ροζ μπαούλο θα στοιβάξεις
με τις ουρανογάλακτες κι ανέστιες οφειλές.

Κι αυτός που στά προμήθευσε καλά γνωρίζω πως
αν παρεισφρήσει ηδονικά στο πρόταγμα της τάξης
βαφτίζεται αυτόματα σωτήρας κι αδελφός.

Τον έρωτα ως πρώτη του και μόνη επιλογή
προκρίνει το ερώτημα που σκέφτομαι να εγείρω,
ενώνοντας τα χρώματα σε μια καινούρια γη,

γιατί δεν τό βαστάω πια διαρκώς ν’ ανακινώ
την έκρηξη που άλλαξε το πρόσωπο του Κίρο
κι -αντί για την Ανάβασι- προσφέυγει στο κενό.

Αδέλφια μου ομοαίματα, λυσσάξαν τα σκυλιά
και δημιουργούν αντίγραφα της Στάζι στις φαβέλες
για να μάς κατευθύνουνε προς άνοστη αγκαλιά.

Μα, αν είναι εδώ Βαλκάνια, τους φόβους θα νικώ
κι η ελπίδα θ’ αναγεννηθεί από το Τίτοβ Βέλες,
χορεύοντας της άνοιξης χορό φολκλορικό.

Κι η σάπια γη που χτίκιασε στρατάρχες και νεκρούς
-κι εμένα δεν μού έφθειρε το νου μου παρά τρίχα-
θα γίνει εύθυμος σκοπός στα μάτια σου ν’ ακούς

και να ξορκίζεις ξωτικά με γέλιο ηθοποιού,
καρδιά μου ανεκμετάλλευτη, που μ’ ένα »ναι» θα σ’ είχα
βασίλισσα του Αχέροντα, ή -έστω- του Αξιού…

(11+)12(+14)/12/13

Read Full Post »

πριπγιατ Συμμετοχή του Κωνσταντίνου Γκανετσίδη -που σπουδάζει στην εξωτική Κοζάνη, αυτήν με τα χιόνια, το λιγνίτη και τις πτωχές πλην τίμιες κορασίδες που αρέσκονται στη λακανική ψυχανάλυση- στον »Περίπατο στην Ευρώπη».  »Prokeitai gia mia polh ths Oukranias pou ekenwthike logo tou peristatikou sto Chernobyl kai exei ena periboito egkatalelhmeno louna park» μάς ενημερώνει ο ποιητής σε άπταιστα greeklish. Ευτυχώς το ποίημα μάς τό στέλνει στα ελληνικά, χοχοχο. Πέρα απ’ την πλάκα και το θάρρος που τού έχω, τόν ευχαριστώ πολύ, όπως κι όλους όσους συμμετείχαν ως τώρα στο εγχείρημα! Το επόμενο διάστημα θα ακολουθήσει πάρτυ για τις 100 αναρτήσεις του μπλογκ! 😀

 

Λιγομένο βλέπει δίχως να σου προσπέφτει

Ούτε σου ζήτησε ποτέ να το ξυπνήσεις

Κι αν νιώθεις άβολα στο φεγγαρένιο ξέφτι

Δεν είναι αργά, βλάσφημο μόνο να γυρίσεις

**

Παραμιλούνε οι χειμώνες για τον φταίχτη

Τις άνοιξες ανθίζουν οι ερωτήσεις

Θολός εσύ είτε εκείνος στον καθρέφτη

Είναι γλυκιά η ομίχλη,θες να την κρατήσεις

**

Σέρνει θεούς και πολιτείες προσκείμενες

Ο,τι στέρεο βρίσκει,κοίτα, το χαλάει

Κι αντιγυρνά:»Τι διαφορετικό περίμενες;»

**

Δε σε κοιτα ο κόσμος,σιωπηλά γυρνάει

Μα όσα η φωτιά σκληραίνει και κολάνε

Ραγίζουν στο νερό κι οι εποχές τα σπάνε

Read Full Post »

images

Είχα να ανεβάσω παντούμ από την πρώτη μου ανάρτηση το 2011… (Λάθος, την δεύτερη. Η πρώτη μου ανάρτηση ήταν δοκιμαστική που τήν έχω κρατήσει για πλάκα)

Κι αν η δικαίωση δεν έρθει και διαφύγει
με την ταχύτητα πουλιών της ταραχής,
της προτομής σου την ανάθεση που επείγει
αντικατάστησε με δάνεια ευθύς.

Με την ταχύτητα πουλιών της ταραχής
σέ χαιρετίζουν τ’ ανεκπλήρωτα στοιχεία.
Αντικατάστησε με δάνεια ευθύς
αυτήν που έφτιαχνες τη νόθη αντιστοιχία.

Σέ χαιρετίζουν τ’ ανεκπλήρωτα στοιχεία
κι ούτε ένα βλέφαρο δε ρίχνουν τρυφερό
σ’ αυτήν που έφτιαχνες τη νόθη αντιστοιχία
με μόνο σύμμαχο τον ίδιο τον καιρό.

Κι ούτε ένα βλέφαρο δε ρίχνουν τρυφερό
εκείνοι που ‘λπιζες να στέκονται προστάτες.
Με μόνο σύμμαχο τον ίδιο τον καιρό
απλά φροντίζουν να κρεμούν τους φανοστάτες.

Εκείνοι που ‘λπιζες να στέκονται προστάτες
και δυο ματάκια -απροσδόκητα ρευστά-
απλά φροντίζουν να κρεμούν τους φανοστάτες
και στροβιλίζονται στα νέα ποσοστά.

Και δυο ματάκια απροσδόκητα ρευστά
που δείχναν κάποτε την έξοδο κινδύνου
θα στροβιλίζονται στα νέα ποσοστά
στις ματωμένες γειτονιές ενός Λονδίνου.

Πού δείχαν, κάποτε, την έξοδο κινδύνου;
Χρόνια τήν ψάχνω, αλλ’ απόκριση καμιά
στις ματωμένες γειτονιές ενός Λονδίνου,
στη γη την άλλη και στα σύννεφα τη μια.

Χρόνια τήν ψάχνω, αλλ’ απόκριση καμιά…
Μόνο ένα ερώτημα που τείνει να ξεφύγει
στη γη την άλλη και στα σύννεφα τη μια:
Κι αν η δικαίωση δεν έρθει και διαφύγει;

25+26/10/13

Read Full Post »