Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Απρίλιος 2014

κίντμαν

(Καλή ανάσταση)

Ο θρύλος λέει πως σε γνωστό παγωτατζίδικο-γιαουρτάδικο κοντά στον Ιερό Ναό της του Θεού Σοφίας -κατάστημα που μοιάζει με διαστημόπλοιο κι είναι και ακριβό και χρεώνει και έξτρα τη γεύση bueno- εργάζεται αιθέρια ύπαρξη διανύουσα αισίως την τέταρτη δεκαετία της ζωής της, γνωστή ανάμεσα στους παρακμίες νέους της συμπρωτεούσης ως »Κίντμαν» λόγω της ομοιότητός της με γνωστή Αυστραλέζα ηθοποιό. Πέρασ’ ένας ποιητής, γνωστός ευπατρίδης, και τής μίλησε με αρχαιοπρεπείς εκφράσεις, δασείες, ψιλές και περισπωμένες κι έτσι κανείς δεν τόν κατάλαβε. Ευτυχώς δίπλα του περνούσε ένας άλλος ποιητής, στον οποίο ανέκαθεν άρεσαν οι μελαχρινές, και ρύθμισε το μίλημά του κάπως έτσι:

Ω, συ Νικόλ, μάς έριξεν εδώ μια μοίρα
σ’ εξιστορήσεις νεκροφίλων προσφιλής,
ν’ αναχαιτίσουμε με σθένος την πλημμύρα
μιας σηπτικής και παρακμάζουσας φυλής
που σ’ απροσμέτρητες διχάλες διαχωρίζει
κι αυτή την ίδια την ψυχή που τήν ορίζει.

Από την σκόνη, λεν, πλαστήκαμε των άστρων
-παλιάς αγάπης στερνοπαίδι ο χρησμός-
Φτωχών κατάρα και υπάρξεων ενάστρων
μαζί κι ουράνιο και λαμπρό και μαρασμός.
Σ’ αυτή την έσχατη κουκίδα της αβύσσου
εγώ τραγούδησα το μέλλον μου μαζί σου.

Σαν αστροναύτης προσγειώθηκες κοντά μου
με φως ανέσπερο που εξάγει το αχανές
κι έχει τις δράσεις και τη γεύση του σφενδάμου
υπερνικώντας εκδουλεύσεις ταπεινές
»για μιαν αγάπη τη ζωή σου χάμω σούρ’ τη».
-Κι όποιος καεί εκεί, φυσάει και το γιαούρτι…

Κι ενώ στα ονείρατα μεσουρανούσαν λύκοι,
το πέρασμά σου απασφάλισε το φως
της Επιφάνειας σ’ αέναη αμφιλύκη,
με την αλήθεια μας να γίνεται η τροφός
που μετατρέπει το νεογέννητο σ’ αστέρι,
κληροδοτώντας την ανάμνηση που φέρει.

Αυτή η ανέλπιστη λιακάδα του χειμώνα!
Αυτή η ολάνθιστη παρτίδα της σοδειάς!
-κι είναι τα λόγια που σού έπλασα τα μόνα
καλλιεργήσιμα στα βάθη της καρδιάς-
Προτού μέ ρίξεις στα λιοντάρια, συλλογίσου
ποιος εξημέρωσε κι εξύψωσε τη γη σου!

Ήμουν κοντά σου απ’ την αρχή της Ιστορίας,
σε ρόλο δεύτερου, κομπάρσου κι αφανή,
να περιφέρομαι ως εγκώμιο μωρίας
και να προσμένω το κακό να μην φανεί
και σού σπιλώσει μια σταλιά απ’ τ’ όνομά σου
με την απόκοσμη ιαχή του »ατιμάσου».

Γιατί είν’ ο πόθος πέρα από αίσχη και κραιπάλες
κι εμείς το ίδιο του το πρόσωπο, αν τό θες.
Τις άγιες λέξεις του σού δίνω, και τις άλλες
θα τίς αφήσω να τίς πούνε μαθητές,
μα δεν διδάξαν την αγάπη στα σχολεία
και δείχναν μόνο το πού πέφτει η Αυστραλία.

Με χάδι μοιάζεις, που ανιχνεύει τις αισθήσεις
κι ανασυστήνει τη ζωή ψηλαφιστά,
ελπίδα κόρης, για Παράδεισο πεισθείσης,
σιμά σε μάτια ερμητικότατα κλειστά.
-γι’ αυτήν, Νικόλ, την ερμηνεία σου θα πεθάνω,
και ας μην άρεσε στο φίλο μου τον Θάνο-

Να μην στά σβήσει αγωνίζομαι η νύχτα
σιδεροδέσμιος, κυρά των λογισμών.
Από τα ξόρκια μου στερώντας με, αλύχτα
καθώς λαδώνω τις δικλείδες των δεσμών.
Στη μέθη κοίτα με πώς μοιάζω τον Προσπέρο
κι από την ίδια μου τη σάρκα στά προσφέρω!

Κι όμως, γνωρίζω, το πρωί θα δραπετεύσεις,
σαν τις αχτίδες που φωτίσαν τη γωνιά
κι -ακολουθώντας τη νοερή γραμμή της πλεύσης-
σ’ αφήνουν μόνο να μετράς την παγωνιά
στην ασταμάτητη υπονόμευση του είναι,
χωρίς ν’ ακούνε τα »μη φεύγεις» και τα »μείνε».

Κι είν’ οι φωνές αυτές η μόνη μας ουσία
αφού στερήσαν την ελπίδα από τη γη,
σαν την αιχμάλωτη που κρύβεται δασεία
και υπεράνθρωπα κρατιέται να μη βγει
στου μισοφέγγαρου την άκρη, σαστισμένη
-κι εμείς, στου κύκλου το μισό, αιφνιδιασμένοι-

Είδα την τύχη σου, Νικόλ, ψηλά στον θόλο
που υπερβαίνει της νυκτός τα ποταπά,
γιατί ό,τι πλάστηκε χωρίς σταγόνα δόλο
θα στέκει πάντα εκεί ψηλά και θ’ αγαπά.
Μπορεί ν’ αρνείσαι την ψυχή σου να προσφέρεις,
μα κατά βάθος το γραμμένο σου τό ξέρεις.

Μπορεί όσο ζούμε να μην πούμε ούτε μια λέξη,
μα έχουν οι μοίρες μας τόσο άρρηκτα δεθεί.
Ποιος να χωρίσει τις μορφές μας θα διαλέξει
και ποιος -απάνθρωπης καρδιάς- θα δυνηθεί
να εγκαταλείψει τη φαρέτρα μας στη Λήμνο
και να κρατήσει ανεκπλήρωτο τον ύμνο;

Σαν μια στιγμή περαστική φωτός ακτίστου,
σαν την αυγή που διαπερνάει τη θηλιά,
σαν τα σημάδια μπρος στα μάτια του απίστου
και σαν τα πρώτα -που δεν ήρθανε- φιλιά,
γαλάζιε ύμνε της αγάπης, διαχύσου
-δεν βρίσκεις άνοιξη, τήν φτιάχνεις στην ψυχή σου!-

Μες στην ανάσα της, ο έκκεντρός μας λόγος
-του φέγγους όψη, μα κι αυτός δεν μάς αρκεί-
πώς μεταπλάθεται και τρέπεται αναλόγως
σε συλλαβές από υπερκόσμια μουσική!
Της απομόνωσης τα ρόδα που σού φέρνω
σαν τραπουλόχαρτο γκρεμίζουν το μοντέρνο!

Είναι η αίσθηση τ’ αρχαίου ρυθμού μας τόση
που κλείνει το αιώνιο μες στο προσωρινό·
νικά την άφεγγη ζωή που ‘χει βαλτώσει
κι ενώνει δυο άστρα αντικρυστά στον ουρανό
που θα κρατούν τους δακτυλίους αντί για χέρι
-και μήτε εγώ ούτε εσύ, μα ο Θεός θα ξέρει…

Advertisements

Read Full Post »

troxonomos bathro leukos purgos thessaloniki_425x

Ανθρώποι ανέκαθεν σκεπτόμενοι »άνευ όρων»
και μη ελπίζοντες σε πέλαγος γλαυκό.
-Ελέω φόβου κι αμαρτίας προπατόρων
ποτέ δεν είδα αυτόν τον πύργο πιο λευκό-

Ψυχές που φέγγουν μοναχά σ’ υγρό μελάνι
αφού τριγύρω η ζωή τίς απειλεί.
-Όσο κι αν θέλησαν πυξίδες, πορτολάνοι,
ποτέ δεν είδα αυτόν τον πύργο κανελή-

Πνοές και χνώτα να φοβάσαι να μυρίσεις
που βγάζουν χώρια η μια απ’ την άλλη τα τιράζ.
-Στα λόγια κόντρα της πανάρχαιάς τους ρήσης,
ποτέ δεν είδα αυτόν τον πύργο τιρκουάζ-

Κορμιά με βόγγους και λυτρώσεων ικεσίες
κι από την άλλη το σαπούνι και σκοινί.
-Την αναγνώριση μού τάξανε Μεσσίες,
μα εγώ δεν είδα αυτόν τον πύργο βυσσινή-

Ζωή μάς φεύγεις και δεν σ’ έχουμε αγγίξει,
σολφέζ δεν μάθαμε και μείναμε στο »ντο».
-Όσα μαχαίρια και να μού ‘χεις, πόρνη, μπήξει,
ποτέ δεν είπα πύργο του αίματος μπορντώ-

[Ποτέ δεν έχω δει τον πύργο αυτόν πιο μαύρο
από τα ίδια του τα ψεύδη που θα πει.
-Και ποιαν ανώτερη πατρίδα τώρα νά ‘βρω
με την δικιά μας διαπαντός στην σιωπή;]

Read Full Post »

αμσ

 

»Ο ποιητής ένα κενό» – Γ. Σεφέρης

Φτιάχνεις μια γη στα χαρτιά που ονομάζεις ελπίδα
και μοναχός σου -μ’ αυτήν συντροφιά- οδηγείς
λέξεις και γράμματα ανόμοια στα μάκρη της γης,
άμμο και θρύψαλα πίσω απ’ την γκρι προσωπίδα.

Σαν τ’ αεράκι που αγγίζει το σάπιο βαγόνι,
σαν το λουλούδι που τρέμει σ’ αχτίδα φωτός
στέκει λαμπρός ένας στίχος -μα είν’ αρκετός
κόντρα στον άγριο καιρό που περνά και πληγώνει;

Πάντα θ’ αρκούν τρεις σταγόνες με ψεύτικο αίμα
για να μη φτάσει ο Θησέας ποτέ νικητής
μες στο παλάτι που επέλεξες να υπνοβατείς
δίχως να ψάξεις στο λήμμα της λέξης »πολέμα»;

Στάχτες κι ερείπια τ’ άλλοτε υπέρλαμπρα κάστρα
κι οι ανεμόμυλοι γύρω φαιδρές καρτ-ποστάλ
-γι’ άλλους απλά προϊόντα σαν χύτρες TEFAL,
φίλοι γι’ αυτούς που φωτίζουν Θερβάντες και τ’ άστρα-

»Να ‘δινα αυτή τη ζωή και να ζούσα μιαν άλλη!
Να ‘χα οδηγό μου τον ήλιο κι ελπίδα το φως
κι όχι να μένω στο ημίφως για πάντα, κρυφός…»
μού ‘πε ένας γιος ξεχασμένος προχθές στο κανάλι.

Γνέφουν στους δρόμους του Άμστερνταμ άσωτες κόρες
σ’ όσους χαθήκαν και πήραν αργά τις γραμμές.
Μην είν’ αυτή τελικά η φυγή στο αχανές
που ‘ψαχνα χρόνια σκοτώνοντας σκέψεις και μπόρες;

Read Full Post »