Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Σεπτεμβρίου 2014

καρολος

»μας βαραίνουν οι φίλοι
που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν» – Γ. Σεφέρης

Κρυμμένη πίσω από τ’ οπάλι
στέκει η φωνή του βασιλιά,
που αν τής χαρίζανε μιλιά
θα τήν γυρνούσε πίσω πάλι.

Κι είναι του χρόνου της γραμμένο
να εξημερώνει ιαχές,
ξεχνώντας όλα της τα χθες
και μένα, που τήν περιμένω.

Φωνή, βοώντος εν τη ερήμω,
λαγοκοιμάσαι σκεφτική
σε νέο κόσμο (Αμερική,
με Μισσισίπη αντί για Ρήνο).

Κι αφήνεις πίσω σου μια τάξη
ζωής, που ανέγγιχτη γερνά
-ποιος θ’ αναπλάσει τα στερνά
που ‘χα μη βρέξει και μη στάξει;

Τα κβάντα ελέγχουν κι η Χημεία
-σπορά του αιώνα- το σωστό
κι αν στους λαούς μου θα ορκιστώ
γδυμένος, στα νεκροτομεία.

Κι εμείς, αιχμάλωτοι του ρόλου,
υποβολείς στην πράξη αυτή.
-Σαν πόση ήττα θα κρυφτεί
στην όψη Πρίγκηπος Καρόλου;-

Αν ήσουν φράση του Σεφέρη
δεν θα σού κάναμε κακό,
μα είσαι της νύχτας ξωτικό
κι η χαραυγή δεν σέ συμφέρει.

Εσύ, που θα μπορούσες να ‘σουν
φωνή κρυφή που αποδομεί
χαρτιά που στ’ όρκου τη γραμμή
με τη σιωπή μάς αφαιμάσσουν.

Και κόντρα στους θεούς τους, μίλα!
Μια λάμψη ονείρου να μάς δει,
όπως γελά μικρό παιδί,
όπως σ’ αγάπησα, Καμίλα…

Advertisements

Read Full Post »

Μίνος Ζώτος

ZOTOSMINOS[1]_gr

Ο Μίνως Ζώτος γεννήθηκε στο Νιοχώρι Παραχελωίτιδος. Τέλειωσε το δημοτικό σχολείο στη γενέτειρά του, το Σχολαρχείο στο Αιτωλικό και το Γυμνάσιο στο Μεσολόγγι. Το 1922 γράφτηκε στη νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και με μεσολάβηση του Μιλτιάδη Μαλακάση διορίστηκε βοηθός ταμία στο Δήμο Αθηναίων. Δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις σπουδές του, καθώς σύντομα αφοσιώθηκε στην ποίηση και την ξέφρενη ζωή. Το 1928 γνωρίστηκε με τη Μαρία Πολυδούρη που στάθηκε ο έρωτας της ζωής του. Ο θάνατός της το 1930 επιδείνωσε την κατάσταση της ήδη βεβαρημένης υγείας του. Παρά τις προσπάθειές του να ξαναβρεί τις δυνάμεις του και την επιστροφή του στο χωριό του το φθινόπωρο του 1932 πέθανε από φυματίωση το Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου σε ηλικία εικοσιεφτά μόλις χρόνων.

»να χάνομαι απ’ αγάπη κι από γιασεμί» – Τ. Άγρας

Κι ήταν το βράδυ εκείνο που λειψό
μού φάνηκε και το ίδιο το φεγγάρι.
Για τ’ όνομα του έρωτα διψώ,
που αρπάζει την ελπίδα απ’ το παγκάρι.

Μονάχα θέλω τ’ όνομα, για να
αρχίσει μια σειρά από αντιδράσεις
-Ρηθείσες στα παλιά και στα κοινά
κι ωστόσο δεν μπορείς πια ν’ αποδράσεις-

Ιππότης, σέρνεις πάλι τον χορό
αρμέγοντας εκλάμψεις κατά κόρον.
Παρόλο που έχω φόντα και μπορώ,
το μέλλον δεν ευόδωσα των σπόρων.

Τα λόγια, που ‘χαν μήτρα ρυθμική
στα φύλλα του αιωνόβιού μας δέντρου,
χρησίμευσαν κι αυτά στην τελική
μονάχα για εξύμνηση του εκκέντρου.

Και βλέπεις τα παγόβουνα νερό,
να πλεύσουν το ανέστιο κι η μωρία.
Πια φαίνεται ξεκάθαρα θαρρώ
πως έφθειρε τον κόσμο η »Σωτηρία»…

Στο εννιάστροφο τραγούδι που θα πω
επέζησαν κρυφά σκοποί λαθραίοι
που επένδυσαν τις τύχες στο Προ-πό
και τώρα η ανισότητα τούς φταίει!

Κι αν πάντοτε ξεκλήριζαν ψυχές,
τίς δίνανε γι’ απάγγειο μια φυτεία.
-τρεχάτε, ξεριζώστε τις οχιές
των χόρτων, μη σημάνει η προφητεία.

»Πικροί μου κι ευκολόκαμπτοι λαοί,
του θείου που απορρίψατε την κλήση,
στα πολλαπλά σας τώρα κι ες αεί
πλημμύρα τη γραφή θα κατακλύσει!»

(Το γράμμα θ’ αντιτάξεις στη βροχή
-στα δυνατά το Μι σου, στα σιγά Πι-
κι απάνω που αλλάζει η εποχή
θα χάνεσαι απ’ τα ρόδα κι από αγάπη…)

Read Full Post »

 σύδνευ

Σφοδροί τυφώνες θα χτυπήσουν τη Μελβούρνη,
να πάρουν πίσω την ανθρώπινη φθορά,
με την αλώβητη γραμμή ζωής του χόρτου
να προσκυνά τον Αίολο και τα μποφόρ του,
απ’ τη στιγμή που χορηγοί μας μπήκαν φούρνοι
και με μπαγκέτες τώρα ο κόσμος προχωρά.

Στα καταφύγια τα πιο κρυφά μας λόγια
τη θέση ψάχνουν σε μιαν άκρη από χαρτί
κι εκεί που πάει να σέ γυρέψει ο κολοφώνας
έχει άλλη γνώμη το δελτίο κι ο τυφώνας.
-Υποστηρίγματα δεν βρίσκεις κι αναλόγια
σ’ ένα ημισφαίριο που δεν ξέρει το γιατί-

Και πια -ανατέμνοντας στην έρημο το Ουλούρου-
τις πιο σκουρόχρωμες των λέξεων φορώ,
για φυλαχτό ιθαγενών απ’ τα δαιμόνια
προσαρμοσμένο σ’ ηλεκτρόνια και κανόνια,
σαν υποσχέσεις χθεσινού Μαυρογιαλούρου
που ξεπουλούν στα σουβενίρ τα καγκουρώ.

Βρε βασιλιά, που σέ χτυπά η αιμοφιλία,
να ξεθαρρέψει η αποικία σου τολμά
κι αυτό που πάει να γεννηθεί και να πετάξει
θα συσπειρώσει τις τροχιές σε νέα τάξη,
μ’ ένα φολκλόρ για να θυμίζει Ουαλία
κι -αντί για λόφους- αγριόχορτα χλωμά.

Κουρσάροι φέραν στο νησί πενικιλίνη,
μα εσύ επιμένεις μ’ αφαιμάξεων συνταγή,
πρωτίστως θέτοντας ως πρόταγμα κι ως θέμα
πάση θυσία να φυλάξουμε το στέμμα,
ενώ τριγύρω σου η ζωή τους κάβους λύνει
και ερμηνεύει μόνο ως κουάρκ τα συμπαγή.

Γι’ αυτό θα πεις: »Ελλείψει ονείρων για μπαϊράκι,
κονκισταδόρες, σάς θερμοπαρακαλώ,
να μην μέ γράψετε σαν φρούριο στο χάρτη
μα πιο πολύ σαν προπομπό αυτού που θά ‘ρθει
με το πρωινό και ψυχοτρόπο τ’ αγεράκι,
με το νοτιά και με τον άστατο γιαλό.

Μ’ αρκεί, αλήθεια, σε πατρίδα ρημαγμένη
να ξαναπλάθω τις γενιές μας με μαλλί,
χωρίς να ξέρω αν η γραμμή θα καταλήξει
παράκτια Όπερα να ιδρύσει ή να σφαλίξει
-μόνο η αγάπη με τα χρόνια ίδια μένει,
κι όσο μάς λείπει συσσωρεύω πιο πολλή…»

Read Full Post »