Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Δεκέμβριος 2014

νεάπολη

Ο Αλιάκμονας είναι το μακρύτερο ποτάμι της Ελλάδας και βρίσκεται εξ ολοκλήρου σε Ελληνικό έδαφος με συνολικό μήκος 297 χλμ. Ο Αλιάκμονας, πριν γίνει το φράγμα της εκτροπής του κοντά στο χωριό Αγία Βαρβάρα στα μέσα της δεκαετίας του 1950, δεν είχε σταθερή (πεδινή) κοίτη. Συχνά πλημμύριζε και σχημάτιζε εκτεταμένα έλη. Νωπή παραμένει στη μνήμη των παλιότερων κατοίκων της περιοχής (Βέροιας, Αλεξάνδρειας) η καταστρεπτική του μανία κατά το Δεκέμβριο του 1935. Ο ποταμός πηγάζει στο Γράμμο , στα σύνορα της χώρας με την Αλβανία, και εκβάλλει στο Αιγαίο Πέλαγος μεταξύ της Θεσσαλονίκης και της Κατερίνης. Περνάει από τους νομούς Καστοριάς, Γρεβενών, Κοζάνης, Ημαθίας, Πιερίας και χύνεται στο Θερμαϊκό κόλπο. Χείμαροι και παραπόταμοι του Αλιάκμονα είναι ο Γράμμος, ο Λαδοπόταμος, ο η Πραμόριτσα, ο Γρεβενίτικος, ο Βενέτικος, ο Σαραντάπορος, ο Τριπόταμος και άλλοι. Σχεδόν σε όλο το μήκος του επί του νομού Κοζάνης σχηματίζει την τεχνητή λίμνη του Πολυφύτου η οποία δημιουργήθηκε μετά την κατασκευή του ομώνυμου φράγματος. Πάνω από τη λίμνη βρίσκεται η γέφυρα της Λίμνης Πολυφύτου, τμήμα της εθνικής οδού Αθηνών-Κοζάνης (Εθνική οδός 3). (βικιπαιδεία)

(φωτογραφία η Νεάπολη Κοζάνης το 1918)

στο Θεοδόση Βολκώφ

Την δίκαιη αυγή που ονειρεύτηκες
στο τέρμα θα προσμένει κάποια δύση,
θα κάνει στον χορό φιγούρες κλέφτικες
και τ’ όνειρο πατόκορφα θα γδύσει.

Κι αν ήλπιζες να ραίνουνε πριγκήπισσες
με βάγια τους επίγονους του Αινεία,
φοβάμαι χαρωπά την πόρτα χτύπησες
της Δόξας και σού βγαίνει η Ερινύα.

Σ’ αρχέγονης γραμμής το γυροβόλημα,
στις όψεις αιωνίως τεθλιμμένων
κοιτάζεις πια πως μπήκανε εμβόλιμα
στοιχεία ανατροπής των γεγραμμένων.

Βαβέλ που δεν αγγίζει πρώτο πάτωμα,
διάλογος χωρίς κενά και παύλα
-παράξενο, μα υπάρχουνε και άτομα
που δεν ορίζει το είναι τους μια καύλα.

Κι η μόνιμη αναζήτηση του ιθύνοντα
σαν δίλημμα που θέτει η ασπαρτάμη:
ποιος φταίει για τα σκόρπια και τα φθίνοντα
κι αν πρέπει να τα πάρει το ποτάμι.

Ο αγώνας για ερμηνεία τους και διατύπωση
αλλάζει ρυθμικά την προσευχή σου·
μιας νύχτας παγερής θα είν’ ο χτύπος ή
της μέρας η φωτιά; -Το πρώτο, ευχήσου!

Γιατί, σαν λάμψει η φλέβα που αγάπησες,
στη θέση της ζωής θα στέκει η στήλη,
παρόλο που στρατώνες από γιάπισσες
ελπίζουνε τα σχέδια ν’ αναστείλει.

Τι φέρνει ο κάθε χρόνος ο επόμενος
δεν γράψανε τ’ απόκρυφα χωρία
-σοφός κι ευλογημένος ο ερχόμενος
που αλλάζει των υδάτων την πορεία!-

Σοφοί κι οι καρδιακοί μας αξιοσέβαστοι
που υπέκλεψαν μια θέση στην Απέλλα.
Αυτή είναι η μοίρα, φίλε· αν θέλεις, χλεύασ’ τη
-μοτίβα σού παρέχει μια κοπέλα:

»Καντάδες θα ταιριάζανε στα Ιόνια,
εδώ θα ‘ναι Βαλκάνια αβέρτα!»
μοιρολογάει ασύμφορα κι αιώνια,
σκυμμένη στου Αλιάκμονα το δέλτα.

Στις όχθες του προσμένουμε αντίθετα
ν’ αδειάσει ο πυθμένας στιγμιαία
αστέριωτα ονόματα κι επίθετα
κι οράματα προκατακλυσμιαία.

Κι αυτή κοιτά διαγώνια προς τ’ όνειρο
που ‘χε η καρδιά σαν κόσμημα φυλάξει
και τρέχει το μυαλό της το παμπόνηρο
τις γνώριμες γωνιές να μεταλλάξει:

»Συστέλλω τη ροή σου όπως θέλησες,
ελέγχοντας στο νου μου πού θα γείρεις.
Ξυράφια τώρα οι σκέψεις μας· κι οι μέλισσες
υπέκυψαν στο κάλεσμα της γύρης.

Μυρίστηκαν το άνοιγμα του σήμερα,
ισιώνοντας την όποια τους καμπύλη.
Στα χέρια της λαγνείας θηρία ανήμερα,
λινάτσες μαύρου Μαρκ ή άσπρου Μπίλυ.

Ιέρειες λεπταίνουν την κοιλότητα
-ανάγκα, κι οι θεοί ζητούν Αργείτη-
Πώς τρέμει ο κόσμος δίχως ομαλότητα,
ηχώ για ετοιμοθάνατο σπουργίτι!

Η μοίρα που μάς γράψαν θέλει, Σιάτιστα,
να σέρνουμε τα χρόνια μας στον Άδη
κι ενώ μάς προϊδέασαν στα κράτιστα
δεν λάμπει αναστάσεως σημάδι.

Φοβάμαι την εκδίκηση, Νεάπολη,
τη μέρα που θα βρει τη σάρκα η ρήση,
θα μέ δικάσει ως ρίψασπι και άπολι
και -μέσω της σφαγής- θ’ αναθαρρήσει.

Θυσία για των χρόνων μας τον ύπερο,
χωρίς δαφνοστεφή Παλαιολόγο
να στήσει το βασίλειο ως το Δνείπερο
και να ονομάσει Άνθρωπο και Λόγο.

Καθήκον σου είναι πλέον, Αλιάκμονα,
να βρεις την ξεχασμένη μας αιτία
ανάμεσα στη σφύρα και στον άκμωνα,
στα δυο χωριά που σχίζει η Εγνατία.

Διάλυσε σαν χείμαρρος την άμεση
θανάτωση, που μοιάζει σαν αιώνας,
θυμίζοντας στο πέρασμά σου Τάμεση
στη γη της Γηραιάς μας Αλβιώνας.

Και κύλησε, ποτάμι μου, αφανέρωτα,
πηγή παλλινοστούσης αρμονίας,
για μένα που μυήθηκα στον έρωτα
με όρους Δυτικής Μακεδονίας».

-Παράξενη η αγάπη· εξακτινώνεται,
κι αν στέκω το κενό της θ’ αναμένω.
Στις άπειρες μορφές της ταπεινώνεται
ό,τι ήξερες προδιαγεγραμμένο-

Μα ο θρύλος λέει πως πάλι η μακεδόνισσα
τραγούδια ερωτικά θε ν’ αραδιάσει,
ωσότου εκδικηθεί ο καιρός τη φόνισσα
και σ’ όλο το βασίλειο βραδιάσει.

Και τότε, γυρισμένη προς το κάγκελο,
η κόρη γαληνεύει κι αποκάμει,
προσμένοντας ακόμη αυτόν τον άγγελο
που χρόνια από μπαρούτι έχει πεθάνει.

Στην άκρη του σταδίου ως Καλλιπάτειρα
προσφεύγει για σονέτα ή μια σεστίνα
-πολλοί τήν καταγράψαν ως Εράτυρα,
μα εγώ τήν ονομάζω πια Χριστίνα.

Με τ’ όνομα της μάνας μου για εφόδιο,
τραγούδι μου, σαν ήλιος αραδιάσου
και φώτισε για ευχή στο κατευόδιο
τα λόγια που μιλούσαν στην καρδιά σου

κι εκείνα που θα σ’ έκαναν αθάνατο
κατάματα πια κοίταξ’ τα και πνίχ’ τα,
στα ίσια και πιο πέρα από τον θάνατο!
(Αυτά είχα να σάς γράψω, καληνύχτα)

Advertisements

Read Full Post »