Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Ιανουαρίου 2015

Mackellar_as_a_-Grace-_(1918)

Isobel Marion Dorothea Mackellar (better known as Dorothea Mackellar), (1 July 1885 – 14 January 1968) was an Australian poet and fiction writer. Her poem My Country is perhaps the best known Australian poem, especially its second stanza, which begins: «I love a sunburnt country/A land of sweeping plains,/Of ragged mountain ranges,/Of droughts and flooding rains.» … (wikipedia)




Η χώρα μου

Η αγάπη για τους κάμπους και τα δάση,
για πράσινα δρομάκια χαμηλά,
για κήπους με οργάνωση και βάση
ανέκαθεν στις φλέβες μας κυλά.
Αγάπη δυνατή, στων οριζόντων
τα ρεύματα και σ’ ουρανό θαμπό,
μα στο άθροισμα γνωρίζω πως των ζώντων
το πάθος μου είν’ εμένα πιο λαμπρό.

Εγώ αγαπώ μια ηλιοκαμμένη χώρα,
τη γη πολλών κοιλάδων καθαρών,
οροσειρών χωρίς φυτά κι οπώρα,
της ξηρασίας και των πλημμυρών.
Ποθώ τους αχανείς ορίζοντές της,
λατρεύω τα κρυστάλλινα νερά,
τους τρόμους, τις ελπίδες τις αβρές της,
μιας γης, πλατιά που ανοίγει τα φτερά.

Το δάσος των ξεφλουδισμένων ξύλων
-θυσία τραγική του φεγγαριού-,
τη ζαφειρένια ομίχλη των αψήλων
βουνών, την κάψα του μεσημεριού.
Τους θάμνους που φυτρώνουν σαν ιδέες
καθώς τούς ζευγαρώνουν οι κισσοί,
των δεντροκορυφών τις ορχιδέες,
το χώμα, μες στην πλάση την χρυσή.

Η χώρα μου πυρήνας της καρδιάς μου,
πηγή στον αναμάρτητο ουρανό,
τις ώρες της ασθένειας της βαριάς μου
θυσία στο αποθνήσκον δειλινό.
Μα σύννεφα μαζεύονται και πάλι
και δες πώς παρελαύνει απ’ την αρχή,
σαν στράτευμα που σκιάζει την κραιπάλη,
η αδάμαστη κι ακούραστη βροχή.

Στο τέρμα τ’ ουρανίου τόξου κρύβει
χρυσάφι και τό δίνει έτσι απλά,
για κάθε συμφορά ψυχές που στίβει
γυρίζει πάντα πίσω τα τριπλά.
Σιμά στις μάντρες που ‘ναι διψασμένες
θα δεις, ενώ διαβαίνει ο καιρός,
σαν πέπλο κι άλλες μέρες ανθισμένες
-νέος κόσμος, όσο πάει πιο σταθερός.

Μ’ οπάλινη καρδιά γελούν οι κτήσεις,
το πείσμα κι η γενναιότητα ευθύς,
μα εσύ που δεν γεννιέσαι ν’ αγαπήσεις
φοβάμαι δεν μπορείς ν’ αντιληφθείς.
Ας κρύβει η Γη μυριάδες Άγια δώρα,
ακόμα κι όταν φύγω απ’ τη ζωή
στην ίδια αυτή τη λιοκαμμένη χώρα
οι σκέψεις θα πετούν κάθε πρωί.

Ένα παλιό τραγούδι

Τ’ αμύγδαλα ξεραίνονται, είν’ η μηλιά νωπή,
μόνο έναν άνδρα αγάπησα μα δεν τού τό ‘χω πει.

Τα φρούτα μου σαπίσανε, μα επέζησε η τιμή
-γωνιά μικρή και παγερή κι εγώ σε μια ρωγμή-

Οι άνεμοι παρέσυραν τ’ ονείρου τις ακτές,
μόνο έναν άνδρα αγάπησα, κι αυτός πέθανε χθες…

Ο ονειροπόλος

Στην κορυφή ψηλά του λόφου των ονείρων,
βαθιά στον κάμπο της ομίχλης και των μύρων,
μια χώρα γνέφει με θαυμάσιες κοιλάδες,
που πάντα μπαίνουμε λαμπροί σαν βασιλιάδες.

Μουρμουρητά κι ορμητικά μπορεί το ρεύμα
στ’ ονειροπόλο μας παιδί να ρίξει νεύμα.
Ασ’ τον μονάχο κι η καρδιά του ας ραγίσει,
τα όνειρα είν’ αλήθεια μέχρι να ξυπνήσει.

Η ζωή που περιμένει

Στις απαρχές μου, με δουλειά πολλή και πάλη
δεν είχα χρόνο τη ζωή να ζήσω πάλι
κι έτσι τήν άφησα ξοπίσω μου, ωσότου
γίνει η δουλειά κι ο κόσμος βρει τον εαυτό του.

Για δράση έχω έτοιμα μυαλό, καρδιά και χέρι,
μα η ζωή μου τώρα δεν μ’ ενδιαφέρει
κι όλο πειθήνια σαν σκύλος περιμένει
να γίνει το άγχος που τή σβει χαρά κρυμμένη.

Σιγανασαίνει περιμένοντας, τό ξέρω,
με τις χαρές μαζί. Αχ, τι θα καταφέρω;
Ελπίζω πλέον, όταν όλα ‘ρθούν σε τάξη,
και η ζωή μου να μην έχει πια πετάξει!

Advertisements

Read Full Post »

αυστραλια

(μονόλογος του νεαρού ναύτη μετά τη δύση του ήλιου)

»Ο ασύρματος δεν βρέθηκεν ακόμη,
στα πρόθυρα αγωνίζεται ο Μαρκόνι
κι όσοι είναι μόνοι, αληθινά είναι μόνοι…» – Αλ. Μπάρας

Γη που ρημάζεις σπαρτά κι ακονίζεις σαν βρέχεις
μύριες αιχμές που να κάμψουν ψυχές καρτερούν,
πριν σβήσει η μέρα στο κύμα ρωτώ: πώς αντέχεις
να ‘χεις αγάπη να δώσεις και να στή στερούν;

Πάει καιρός που δε βρίσκει στεριά το καράβι
κι έχει τ’ απέραντο μαύρο μονάχα μπροστά,
σαν γερασμένο παιδί που δε λέει ν’ αναλάβει
δράση, το ξόρκι να σπάσει που χρόνους βαστά.

Διάβηκε ο αγέρας κρυφά τις ρωγμές απ’ τις σίτες
κι όλο, σαν ύπουλος φταίχτης, στ’ αυτί μουρμουρά:
»Είν’ οι ζωούλες μας άπειρες διάσπαρτες ήττες
κι -άπαξ και φύγουν- ξανά δεν φυτρώνουν φτερά».

Μπήκε μια νύχτα πλατιά που πολύ θα κρατήσει,
διάχυτη μες στην ημέρα -και πια δεν μπορείς
να τραγουδήσεις ξανά όπως πρώτα την κτίση
μ’ άγραφο λόγο μιας γης που χαράζει νωρίς.

Όταν τρυπώνω κρυφά στην αυγή σαν πελάτης
όψεις του μέλλοντος βλέπω σε κάρτες ταρώ
-πάντα τα χείλη θα τρέμουν στα πρώτα φιλιά της,
πάντα τ’ αστέρια θα λάμπουν σαν φως ιλαρό-

Έρχεσαι πάλι με τ’ όνειρο δίπλα βαστάζο,
ντόπιας σκλαβιάς και γενιάς εμιγκρέδων του Περθ,
μ’ άδειο το κέλυφος που ‘δωσες για να διατάζω,
μέλλον, που εν είδει αστρολάβου κρατάς google earth.

Μού ‘λεγαν τότε στο Νότιο Ημισφαίριο οι μορφές μας
γέρνουν σ’ αμβλεία γωνία, βορά των μοιρών.
Μα είναι οι μορφές μας στραβές ή ο γιαλός; -τούτο πες μας,
χρόνε, ζωής χορηγέ και τα πάντα πληρών.

Έι, καπετάνιε, οι ναύτες κοιτούν το μπαλκόνι
σαν το βατήρα που βγάζει σ’ αιώνια πηγή.
Στείλε S.O.S. πριν στερήσει νεκρούς ο Μαρκόνι,
πριν καταστεί κι η Αυστραλία ακίνδυνη γη…

Read Full Post »