Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Αύγουστος 2015

(με αφορμή τη γαλλική Επανάσταση αλλά ανησυχητικά επίκαιρο)
»Πεθαίνω! Πεθαίνουμε!» κράζει η μητέρα.
»Ζητούν τα παιδιά μου ψωμί κάθε μέρα!
Ο τύραννος είπε για μας έστω κάτι;»
Ο γκρι μοναχός έκατσε στο κρεβάτι.

Σαν έρρεε το αίμα ερυθρό στη μεριά του,
τα τραύματα ανοίγαν πληγές τα βαριά του.
Η ζήση λειψή των τραυμάτων αφέντρα,
σαν ρίζες που φέρουν αρχέγονα δέντρα.

Με μάτι στεγνό -δάκρυα να ‘χουν στερέψει-
σαν κούφια κραυγή μοιάζει η πρώτη του λέξη.
Σαν φλόγα που τρέμει ψηλά στο φυτίλι,
σιγά και θλιμμένα ο γκρίζος εμίλη:

»Διέταξ’ ο Πλάστης στο χέρι να γράψει
τη νύχτα που ορίζει τον κόσμο μια πάψη
και μού ‘πε πως είναι γραφτό να κοιτάω
τον όλεθρο όσων στη γη αγαπάω.

Και να, ο αδερφός μου! -κι η πείνα θερίζει-
των γιων του η κραυγή μες στο νου μου γυρίζει.
Γυρεύω να σπάσω την άγρια αλυσίδα,
μα τ’ άθλιο σαρκίο μού γνέφει: »ουκ οίδα»!

Ο κύρης σου ξίφος στα βόρεια υψώνει,
με χίλιους στρατιώτες ορμά μες στο χιόνι,
γερά ο αδερφός σου φοράει τ’ ατσάλι
στους γιους του το δίκιο να φέρει και πάλι.

Ω, μάταιο σπαθί, και συ, ω μάταιο βέλος,
ποτέ δεν θα έχει ο πόλεμος τέλος!
Η ευχή του ερημίτη, της χήρας το κλάμα
αρκούν για να φέρουν στον κόσμο το θάμα.

Γιατί ‘ναι το δάκρυ σημάδι αναγγέλον
κι η ανάσα σπαθί βασιλιά των αγγέλων
κι η γη των μαρτύρων -κι ας μοιάζει δυο μέτρα-
το βέλος στου Υψίστου την Άγια φαρέτρα.

Εκδίκησης χέρι ζυγώνει την κλίνη,
όπου ήλπιζ’ ο τύραννος νά βρει γαλήνη.
Μ’ ατσάλινο ξίφος σκοτώνει το κτήνος
-και τύραννος γένη στη θέση του εκείνος…»

Read Full Post »

αεροπλοιο

(απόσπασμα ημερολογίου κοσμοναύτη)

στον Αντρέι Ταρκόσφκι

…να πιστεύσωμεν την μοίραν, ήτις γράφει
πως ο χρόνος έχει εκπνεύσει προ πολλού;
Να πιστεύσωμεν εις έργα, ων ζωγράφοι
ως πατέρες δίδωσιν παιδία αλλού;
Προσπερνώμεν απροσμέτρητους αστέρας
με ταχύτητος ρεκόρ ιστορικόν,
του εντός μας το μηδέν αμάλθειον κέρας,
της εντός μας ερημίας η εικών.

Δυτικώς, νυκτός αιωνίας προϊούσης,
ξάφνου εφάνη το ουράνιον νησί.
Τι ζητείς, ω νήσε, της ψυχής μας ούσης,
κεκκλιμένης εις ελπίδαν να νοσεί;
Με το φως εις τεχνητούς μας παραδείσους
και καψούλες εις την γεύσιν του μπριάμ,
αοράτους γλυκοφέγγοντας αβύσσους,
ημφανίσθη ο πλανήτης Αρκιάμ.

Ποία, όμως, του αγόνου βίου η λύσις;
Η πορεία συνεχίζει ως εικός:
την καρδίαν σου πρωτίστως ν’ ασφαλίσεις,
μην εισέλθει εντός της σκόπελος κακός.
Πορευόμενοι διαρκώς τοιουτοτρόπως
της αιωνίας μοναξιάς μας αρραγείς
-κι ας γνωρίζωμεν πως πια ουκ έστι τρόπος
κι η ελάχιστη οδός διαφυγής-

Επιλέγων εις το σκότος αυτοβούλως
μιαν Οδύσσειαν ην διαρκώς ανακινώ,
θέλω διέλθει τα αιώνια ως δούλος
εις κατάμαυρον και άδειον ουρανό.
Τάλαν σύμπαν, εκομίσαμεν νέα ήθη
μη αρμόζοντα εις τους πύργους του Σιάμ
κι απ’ το χάος, το ημίφως και την λήθη
κατελήφθη ο πλανήτης Αρκιάμ…

Read Full Post »