Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Οκτώβριος 2015

Ενδοχώρα

montezuma-and-cortes1

στο Διονύση Καψάλη, αν και πολύ αμφιβάλλω ότι θα τό διαβάσει ποτέ

(απαντά ο διαγαλαξιακός βασιλιάς στους γήινους εισβολείς)

Γιατί είστ’ εδώ σ’ αυτή τη γη, κονκισταδόρες,
αφού ό,τι είχε να σάς δώσει τής τό πήραν;
Γιατί αφήσατε ξοπίσω τις Ανδόρες
και ολοπόρφυροι μάς κρούετε την θύραν,
γεμάτοι όνειρα γι’ ασήμια και χρυσάφια
που τά μεγένθυνε στο νου σας η ασάφεια;

Πάνε καιροί που όλη τη Γη έχουν στραγγίξει
και μαραζώνει η μακρινή μας αδερφούλα,
αυτή που έπρεπε ο ήλιος να ‘χει αγγίξει
κι όλο το σύμπαν να καμάρωνε νυφούλα.
Χωρίς το ρύζι για το γάμο και πετρέλαιο
ήρθατε στ’ άστρα μας να κάνετε ευχέλαιο.

Και μάς μιλάτε με τα μάτια σας θλιμμένα
κι από καιρό συνηθισμένα στο σκοτάδι,
σ’ ένα ταξίδι για το φως χωρίς ποιμένα
να οδηγεί των αστροπλοίων το κοπάδι.
Είν’ ο καιρός της σκοτεινιάς και των τεράτων
κι ό,τι πιστέψατε σάς βγήκε αστήρ διάττων.

Κοντοζυγώνουν την πορεία σας οι ίσκιοι,
αργοπορούν το βάδισμά σας οι ανέμοι,
σαν τον αιώνιο προσκυνητή που βρίσκει
ξανά το δρόμο, εκεί που δεν τόν περιμένει
και πλημμυρίζουν την ψυχή σας με πετράδια,
ποτέ μη φτάσει για να δει πως είναι άδεια.

Διαχωρίζοντας τις άπειρες μορφές σας,
μιας μαύρης τρύπας ίδια γέννα είσαστ’ όλοι
που ‘ρχεστε πάλι λησμονήσαντες το χθες σας
και μάς ζητάτε να σάς δώσουμε την πόλη.
Χωρίς αιτία και χωρίς καινούριους λόγους
αναγεννάτε ες αεί Παλαιολόγους.

Και τι να δώσω; Μού ανήκουν οι σταγόνες
από τα σύννεφα στο μούχρωμα το γκρίζο;
Για μένα χύνονται οι μέλισσες σ’ αγώνες;
Είναι δικιά μου η άγια πλάση που αγγίζω;
Της γης το μήνυμα στις λαγκαδιές εβόα,
ξεχάσαν οι άνθρωποι -δεν ξέχασαν τα ζώα…

Αν είν’ η ανθρώπινη ψυχή ουρανομάχα,
τήν αλλοιώσατε εσείς κι οι όμοιοί σας!
Μια στάλα μόνο γης στο Γαλαξία να ‘χα,
να μέ ξανάγγιζε ο »εν σοφία ποιήσας».
-Και ποιο το νόημα να πω το ναι ή τ’ όχι,
ενώ τριγύρω μου ήδη στήσαν την απόχη;-

Φτάσατε στ’ άπειρου την έσχατη την άκρη
και ονειρεύεστε τ’ ακόμα παραπέρα.
Τυφλοί καιροί, χωρίς συναίσθημα και δάκρυ,
σ’ οθόνες της αφής μια πλάνη πλατυτέρα
πως αναπλάθοντας των κόσμων τα χωρία
δημιουργείτε εξαρχής την Ιστορία.

Θα ‘ρθεί μια μέρα που η λαλιά κι η εποχή σας
συντρίμμια θα ‘ναι σαν την πόλη των Αζτέκων,
να νανουρίζονται στο σφύριγμα της κίσσας,
να τά ξυπνάει ο καιρός ο επιβλέπων
και μες στις λέξεις σας θα χύνεται ρυάκι
από το πάλλευκο και γάργαρο νεράκι.

Ως τότε, σθένος! Για να λάμψει το διαμάντι
κι η γήινη πλάκα που αιώνες ταξιδεύει,
μη λησμονείτε Παλαμά, Παπαδιαμάντη,
Σικελιανό, μες στη ζωή που σάς ξοδεύει
-πάντα θα υπάρχει μια καρδιά που υποφέρει
όταν μιλά για Σολωμό και για Σεφέρη.

Μικρέ μου φίλε, προσφορά της λησμοσύνης,
την Κιβωτό σου μην τήν ρίχνεις στο πηγάδι.
Να λαμπυρίζει την αλήθεια σου ν’ αφήνεις
και προς τα ουράνια να πετάς το παραγάδι
-αν και τ’ αρνιούνται της νυχτιάς μας οι βαρόνοι,
πάντοτε φτάνει μια στιγμή που ξημερώνει.

Μ’ έναν σου στίχο που θα γράψουμε στην στήλη
και στ’ άκουσμά του θα σέ φέρνουμε στο νου μας,
με τον αγώνα για τ’ αστέρια που ‘χει στείλει
το μήνυμά σου ως την άκρη τ’ ουρανού μας,
με την ευχή »γλυκοκοιμήσου και προχώρα»
για όσο αντέχεις θα γυρνάς στην ενδοχώρα…

Read Full Post »