Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ιαμβικά’ Category

ευρώπη
(γράμμα κοσμοναύτη προς την αγαπημένη του
που βρέθηκε πάνω του κατά την αυτοκτονία του)

Στ’ αστέρια πάλι τα όνειρά μου τάζω
μ’ ελπίδα να μην πέσουν καταγής
κι εσένα από το τζάμι μας κοιτάζω
σε μια γωνιά στην άκρη αυτής της Γης
που χρόνια και καιρούς για πάντα αλλάζει
μα από την ίδια μάνα μας θηλάζει.

Να τό ‘ξερε ο Χριστός στην Ιουδαία
πως σήμερα το σκάφος τόν τιμά,
ελπίζοντας ακόμα στην ιδέα
πως τα όνειρά μας ζουν παντοτινά;
-ανάγκα, ζωγραφίζεις ηλιαχτίδα,
δεν βγαίνεις στο κενό χωρίς ελπίδα.

Χριστούγεννα ξανά! Σκοτάδι τέλος
-χωρίς βεβαίως φως ανατολής-
κι η τόση δα καρδούλα με το βέλος
που μού ‘ραψες στο γείσο της στολής
τον πόθο μου θυμίζει τον μεγάλο:
τη βέρα που στο χέρι σου θα βάλω.

Το σπίτι της αγάπης μας το ευήλιο,
του πρώτου μας παιδιού η προσμονή…
»Θα ζήσουμε, θ’ αντέξουμε, βρε Μπίλιω,
όσο βαθιά ο χρόνος κι αν πονεί!»
-με λάσπη, με βροχή, με κυκεώνα,
περάσαμε και τούτο τον αιώνα.

Και πάντοτε τα σκάφη ταξιδεύουν
μ’ ελπίδες και κραυγές στη νιοστή.
Προς ποια μεριά του χάρτη μας οδεύουν;
-αν είναι και οι χάρτες μας σωστοί-
Ποτέ μας δεν εφτιάξαμε κανάλι,
η μια γενιά παλεύει με την άλλη!

Τ’ ολόγραμμα τα κάλαντα μάς ψάλλει
κι οι ναύτες το τραγούδι αρχινούν.
Αρνήθηκαν τη μοίρα τους, μα πάλι
στο τέλος μένουν όσα μάς πονούν
κι αμίλητοι βαδίζουμε το δρόμο,
δυο-τρεις ορθοί κι οι υπόλοιποι με τρόμο.

Μην εύχεσαι, λοιπόν, σ’ Άγιο-Βασίλη,
τα γράμματα θα μείνουν στο κουτί.
Τόν σκότωσαν μια νύχτα στη Βαστίλλη
και ζήταγε να μάθει το γιατί.
Στη σύγχρονη ζωή μας του παρία
θα μείνουμ’ όλοι με την απορία.

Υπάρχουμε μονάχα για ν’ αλλάζει
τις όψεις το σκοτάδι διαρκώς.
Χανόμαστε και -μέσα στο χαλάζι-
της άνοιξης δεν άνθισε καρπός.
Αλίμονο σ’ όποιον παλεύει, δίχως
να μείνει απ’ την κραυγή του ένας ήχος!

Μα ξέρω ότι πιο πέρα από το χρόνο
το αιώνιο τραγούδι αρχινά·
κομήτες και λαοί κρατούν το θρόνο,
ελπίδες ανασαίνοντας ξανά.
Τρομάζουν οι εξωγήινοι -κι οι δράκοι
θα σβήνουνε στο πρώτο βοριαδάκι.

Σ’ αγάπησα και θα σέ συναντήσω
στον άπειρον αστρόκοσμο ψηλά,
θα γείρεις το κεφάλι σου στο γείσο,
καθώς γλυκό το δάκρυ θα κυλά.
Ηχούν καμπάνες, το σπιτάκι αχνίζει
και -κοίτα!- στο σκοτάδι μας χιονίζει…

Advertisements

Read Full Post »

Ενδοχώρα

montezuma-and-cortes1

στο Διονύση Καψάλη, αν και πολύ αμφιβάλλω ότι θα τό διαβάσει ποτέ

(απαντά ο διαγαλαξιακός βασιλιάς στους γήινους εισβολείς)

Γιατί είστ’ εδώ σ’ αυτή τη γη, κονκισταδόρες,
αφού ό,τι είχε να σάς δώσει τής τό πήραν;
Γιατί αφήσατε ξοπίσω τις Ανδόρες
και ολοπόρφυροι μάς κρούετε την θύραν,
γεμάτοι όνειρα γι’ ασήμια και χρυσάφια
που τά μεγένθυνε στο νου σας η ασάφεια;

Πάνε καιροί που όλη τη Γη έχουν στραγγίξει
και μαραζώνει η μακρινή μας αδερφούλα,
αυτή που έπρεπε ο ήλιος να ‘χει αγγίξει
κι όλο το σύμπαν να καμάρωνε νυφούλα.
Χωρίς το ρύζι για το γάμο και πετρέλαιο
ήρθατε στ’ άστρα μας να κάνετε ευχέλαιο.

Και μάς μιλάτε με τα μάτια σας θλιμμένα
κι από καιρό συνηθισμένα στο σκοτάδι,
σ’ ένα ταξίδι για το φως χωρίς ποιμένα
να οδηγεί των αστροπλοίων το κοπάδι.
Είν’ ο καιρός της σκοτεινιάς και των τεράτων
κι ό,τι πιστέψατε σάς βγήκε αστήρ διάττων.

Κοντοζυγώνουν την πορεία σας οι ίσκιοι,
αργοπορούν το βάδισμά σας οι ανέμοι,
σαν τον αιώνιο προσκυνητή που βρίσκει
ξανά το δρόμο, εκεί που δεν τόν περιμένει
και πλημμυρίζουν την ψυχή σας με πετράδια,
ποτέ μη φτάσει για να δει πως είναι άδεια.

Διαχωρίζοντας τις άπειρες μορφές σας,
μιας μαύρης τρύπας ίδια γέννα είσαστ’ όλοι
που ‘ρχεστε πάλι λησμονήσαντες το χθες σας
και μάς ζητάτε να σάς δώσουμε την πόλη.
Χωρίς αιτία και χωρίς καινούριους λόγους
αναγεννάτε ες αεί Παλαιολόγους.

Και τι να δώσω; Μού ανήκουν οι σταγόνες
από τα σύννεφα στο μούχρωμα το γκρίζο;
Για μένα χύνονται οι μέλισσες σ’ αγώνες;
Είναι δικιά μου η άγια πλάση που αγγίζω;
Της γης το μήνυμα στις λαγκαδιές εβόα,
ξεχάσαν οι άνθρωποι -δεν ξέχασαν τα ζώα…

Αν είν’ η ανθρώπινη ψυχή ουρανομάχα,
τήν αλλοιώσατε εσείς κι οι όμοιοί σας!
Μια στάλα μόνο γης στο Γαλαξία να ‘χα,
να μέ ξανάγγιζε ο »εν σοφία ποιήσας».
-Και ποιο το νόημα να πω το ναι ή τ’ όχι,
ενώ τριγύρω μου ήδη στήσαν την απόχη;-

Φτάσατε στ’ άπειρου την έσχατη την άκρη
και ονειρεύεστε τ’ ακόμα παραπέρα.
Τυφλοί καιροί, χωρίς συναίσθημα και δάκρυ,
σ’ οθόνες της αφής μια πλάνη πλατυτέρα
πως αναπλάθοντας των κόσμων τα χωρία
δημιουργείτε εξαρχής την Ιστορία.

Θα ‘ρθεί μια μέρα που η λαλιά κι η εποχή σας
συντρίμμια θα ‘ναι σαν την πόλη των Αζτέκων,
να νανουρίζονται στο σφύριγμα της κίσσας,
να τά ξυπνάει ο καιρός ο επιβλέπων
και μες στις λέξεις σας θα χύνεται ρυάκι
από το πάλλευκο και γάργαρο νεράκι.

Ως τότε, σθένος! Για να λάμψει το διαμάντι
κι η γήινη πλάκα που αιώνες ταξιδεύει,
μη λησμονείτε Παλαμά, Παπαδιαμάντη,
Σικελιανό, μες στη ζωή που σάς ξοδεύει
-πάντα θα υπάρχει μια καρδιά που υποφέρει
όταν μιλά για Σολωμό και για Σεφέρη.

Μικρέ μου φίλε, προσφορά της λησμοσύνης,
την Κιβωτό σου μην τήν ρίχνεις στο πηγάδι.
Να λαμπυρίζει την αλήθεια σου ν’ αφήνεις
και προς τα ουράνια να πετάς το παραγάδι
-αν και τ’ αρνιούνται της νυχτιάς μας οι βαρόνοι,
πάντοτε φτάνει μια στιγμή που ξημερώνει.

Μ’ έναν σου στίχο που θα γράψουμε στην στήλη
και στ’ άκουσμά του θα σέ φέρνουμε στο νου μας,
με τον αγώνα για τ’ αστέρια που ‘χει στείλει
το μήνυμά σου ως την άκρη τ’ ουρανού μας,
με την ευχή »γλυκοκοιμήσου και προχώρα»
για όσο αντέχεις θα γυρνάς στην ενδοχώρα…

Read Full Post »

Επτά Ημέρες

Gardens: stars

Ημέρα πρώτη: τα φιλιά στον κόσμο τέλειωσαν,
μαζί κι ο άνθρωπος, ο πρώτος των τεράτων
κι οι αιώνιοι πάγοι που γενιές χρωμάτων έλιωσαν
θα πάρουν πάλι τις γραμμές των Αοράτων.

Ημέρα δεύτερη: βασίλεψαν τα εγκόσμια
μ’ έναν λυγμό αντικρυστά στον κάθε χτύπο,
να ρέει στου χρόνου τη φθορά που υπερκόσμια
μ’ άνθη πικρά το νεκρικό στολίζει κήπο.

Ημέρα τρίτη: το λουλούδι κρυφοσάλεψε
και γνέφει στ’ όνειρο με τους κρυφούς χυμούς του
γι’ αυτόν που τόλμησε και μίλησε και πάλεψε
για την αγάπη κι όλα αυτά που βάνει ο νους του.

Ημέρα τέταρτη: βυθίστηκε η ασάφεια
βαθιά στα πέλαγα σαν ηττημένη αρμάδα
και πια η αλήθεια μέσα σ’ άσματα επιτάφια
κερί κι αστέρι στη Μεγάλη Εβδομάδα.

Ημέρα πέμπτη: μηδενίστηκε η ποσότητα
και της ζωής το σφυροκόπημα που επείγει,
αφού θριαμβεύσαν όλα αυτά που αδυσώπητα
θα συνεχίζουνε κι ενώ θα ‘χουμε φύγει.

Ημέρα έκτη – και τα ποιήματα προσπάθησαν
να δώσουν σ’ ό,τι ξημερώνει έναν τίτλο
κι ήταν εκεί που καταλάγιασαν τα πάθη, σαν
τη μια γραμμή που θέση παίρνει πια στον κύκλο.

Ημέρα έβδομη, μπορεί κι εσχάτη – η έννοια
του χρόνου πια μάς έχει φύγει από τα χέρια,
καθώς κοιτάζουμε στο χάσμα τα Μιλλένια
γυμνοί, σαν πρώτα, πλάι σε πέλαγος αστέρια…

Read Full Post »

Phan Thanh Tam, Phan Thanh Phouc, Kim Phuc, Ho Van Bon, Ho Thi Ting

»Στο Βιετνάμ πυρπόλησαν το ρύζι…»- Δ. Σαββόπουλος

Τόσες αγάπες κι έχεις μόνο τη διχόνοια,
τόσες κουβέντες κι έχεις μόνο τη σιωπή.
Ρημάξαν οι έριδες τα λόγια με τα χρόνια
και την αλήθεια ποιος θα τόλμαγε να πει;
Το να συνθέτεις στο σκοτάδι σέ λυπεί,
μα ελπίζεις στο αύριο που πάει να ξημερώσει
γεμάτο θάρρος και χωρίς σταλιά ντροπή,
σαν παραμύθι που τραγούδαγαν οι Ρώσοι.

Και πρωτοβγαίνεις στης ζωής την ανηφόρα
με το χαμόγελο των είκοσι χρονώ.
Σε τι ζωή σάς ρίξαν, όνειρα ανθοφόρα,
που πριν γελάσω έχω αρχίσει να θρηνώ;
Προτού νυχτώσει και σκουρύνει το λινό
το δάσος μ’ αίμα και θανάτους να πυρώσει,
θα ‘χεις ξεμείνει σ’ ένα όνειρο φτηνό
σαν παραμύθι που τραγούδαγαν οι Ρώσοι.

Αφού στου γάμου τις χαρές πετάξαν ρύζι,
γιατί μονάχα οι βόμβες φέγγουνε ψηλά;
Ρώτα τη γη που τόσο αναίσθητα γυρίζει,
ρώτα τον χρόνο που αδυσώπητος κυλά.
Στοχεύεις πάντα σε λιμάνια τρυφηλά,
μα αυτός το τέλος της γιορτής θα επικυρώσει
και θ’ απαντήσει με τα σολ και με τα λα,
σαν παραμύθι που τραγούδαγαν οι Ρώσοι.

Αν και βουτήξανε στην άβυσσο πολλοί,
κανείς δεν μπόρεσε ζωή να εξημερώσει.
-Νίξον, να στήσεις νεκρική αποστολή
σαν παραμύθι που τραγούδαγαν οι Ρώσοι…

17/2/15

Read Full Post »

νεάπολη

Ο Αλιάκμονας είναι το μακρύτερο ποτάμι της Ελλάδας και βρίσκεται εξ ολοκλήρου σε Ελληνικό έδαφος με συνολικό μήκος 297 χλμ. Ο Αλιάκμονας, πριν γίνει το φράγμα της εκτροπής του κοντά στο χωριό Αγία Βαρβάρα στα μέσα της δεκαετίας του 1950, δεν είχε σταθερή (πεδινή) κοίτη. Συχνά πλημμύριζε και σχημάτιζε εκτεταμένα έλη. Νωπή παραμένει στη μνήμη των παλιότερων κατοίκων της περιοχής (Βέροιας, Αλεξάνδρειας) η καταστρεπτική του μανία κατά το Δεκέμβριο του 1935. Ο ποταμός πηγάζει στο Γράμμο , στα σύνορα της χώρας με την Αλβανία, και εκβάλλει στο Αιγαίο Πέλαγος μεταξύ της Θεσσαλονίκης και της Κατερίνης. Περνάει από τους νομούς Καστοριάς, Γρεβενών, Κοζάνης, Ημαθίας, Πιερίας και χύνεται στο Θερμαϊκό κόλπο. Χείμαροι και παραπόταμοι του Αλιάκμονα είναι ο Γράμμος, ο Λαδοπόταμος, ο η Πραμόριτσα, ο Γρεβενίτικος, ο Βενέτικος, ο Σαραντάπορος, ο Τριπόταμος και άλλοι. Σχεδόν σε όλο το μήκος του επί του νομού Κοζάνης σχηματίζει την τεχνητή λίμνη του Πολυφύτου η οποία δημιουργήθηκε μετά την κατασκευή του ομώνυμου φράγματος. Πάνω από τη λίμνη βρίσκεται η γέφυρα της Λίμνης Πολυφύτου, τμήμα της εθνικής οδού Αθηνών-Κοζάνης (Εθνική οδός 3). (βικιπαιδεία)

(φωτογραφία η Νεάπολη Κοζάνης το 1918)

στο Θεοδόση Βολκώφ

Την δίκαιη αυγή που ονειρεύτηκες
στο τέρμα θα προσμένει κάποια δύση,
θα κάνει στον χορό φιγούρες κλέφτικες
και τ’ όνειρο πατόκορφα θα γδύσει.

Κι αν ήλπιζες να ραίνουνε πριγκήπισσες
με βάγια τους επίγονους του Αινεία,
φοβάμαι χαρωπά την πόρτα χτύπησες
της Δόξας και σού βγαίνει η Ερινύα.

Σ’ αρχέγονης γραμμής το γυροβόλημα,
στις όψεις αιωνίως τεθλιμμένων
κοιτάζεις πια πως μπήκανε εμβόλιμα
στοιχεία ανατροπής των γεγραμμένων.

Βαβέλ που δεν αγγίζει πρώτο πάτωμα,
διάλογος χωρίς κενά και παύλα
-παράξενο, μα υπάρχουνε και άτομα
που δεν ορίζει το είναι τους μια καύλα.

Κι η μόνιμη αναζήτηση του ιθύνοντα
σαν δίλημμα που θέτει η ασπαρτάμη:
ποιος φταίει για τα σκόρπια και τα φθίνοντα
κι αν πρέπει να τα πάρει το ποτάμι.

Ο αγώνας για ερμηνεία τους και διατύπωση
αλλάζει ρυθμικά την προσευχή σου·
μιας νύχτας παγερής θα είν’ ο χτύπος ή
της μέρας η φωτιά; -Το πρώτο, ευχήσου!

Γιατί, σαν λάμψει η φλέβα που αγάπησες,
στη θέση της ζωής θα στέκει η στήλη,
παρόλο που στρατώνες από γιάπισσες
ελπίζουνε τα σχέδια ν’ αναστείλει.

Τι φέρνει ο κάθε χρόνος ο επόμενος
δεν γράψανε τ’ απόκρυφα χωρία
-σοφός κι ευλογημένος ο ερχόμενος
που αλλάζει των υδάτων την πορεία!-

Σοφοί κι οι καρδιακοί μας αξιοσέβαστοι
που υπέκλεψαν μια θέση στην Απέλλα.
Αυτή είναι η μοίρα, φίλε· αν θέλεις, χλεύασ’ τη
-μοτίβα σού παρέχει μια κοπέλα:

»Καντάδες θα ταιριάζανε στα Ιόνια,
εδώ θα ‘ναι Βαλκάνια αβέρτα!»
μοιρολογάει ασύμφορα κι αιώνια,
σκυμμένη στου Αλιάκμονα το δέλτα.

Στις όχθες του προσμένουμε αντίθετα
ν’ αδειάσει ο πυθμένας στιγμιαία
αστέριωτα ονόματα κι επίθετα
κι οράματα προκατακλυσμιαία.

Κι αυτή κοιτά διαγώνια προς τ’ όνειρο
που ‘χε η καρδιά σαν κόσμημα φυλάξει
και τρέχει το μυαλό της το παμπόνηρο
τις γνώριμες γωνιές να μεταλλάξει:

»Συστέλλω τη ροή σου όπως θέλησες,
ελέγχοντας στο νου μου πού θα γείρεις.
Ξυράφια τώρα οι σκέψεις μας· κι οι μέλισσες
υπέκυψαν στο κάλεσμα της γύρης.

Μυρίστηκαν το άνοιγμα του σήμερα,
ισιώνοντας την όποια τους καμπύλη.
Στα χέρια της λαγνείας θηρία ανήμερα,
λινάτσες μαύρου Μαρκ ή άσπρου Μπίλυ.

Ιέρειες λεπταίνουν την κοιλότητα
-ανάγκα, κι οι θεοί ζητούν Αργείτη-
Πώς τρέμει ο κόσμος δίχως ομαλότητα,
ηχώ για ετοιμοθάνατο σπουργίτι!

Η μοίρα που μάς γράψαν θέλει, Σιάτιστα,
να σέρνουμε τα χρόνια μας στον Άδη
κι ενώ μάς προϊδέασαν στα κράτιστα
δεν λάμπει αναστάσεως σημάδι.

Φοβάμαι την εκδίκηση, Νεάπολη,
τη μέρα που θα βρει τη σάρκα η ρήση,
θα μέ δικάσει ως ρίψασπι και άπολι
και -μέσω της σφαγής- θ’ αναθαρρήσει.

Θυσία για των χρόνων μας τον ύπερο,
χωρίς δαφνοστεφή Παλαιολόγο
να στήσει το βασίλειο ως το Δνείπερο
και να ονομάσει Άνθρωπο και Λόγο.

Καθήκον σου είναι πλέον, Αλιάκμονα,
να βρεις την ξεχασμένη μας αιτία
ανάμεσα στη σφύρα και στον άκμωνα,
στα δυο χωριά που σχίζει η Εγνατία.

Διάλυσε σαν χείμαρρος την άμεση
θανάτωση, που μοιάζει σαν αιώνας,
θυμίζοντας στο πέρασμά σου Τάμεση
στη γη της Γηραιάς μας Αλβιώνας.

Και κύλησε, ποτάμι μου, αφανέρωτα,
πηγή παλλινοστούσης αρμονίας,
για μένα που μυήθηκα στον έρωτα
με όρους Δυτικής Μακεδονίας».

-Παράξενη η αγάπη· εξακτινώνεται,
κι αν στέκω το κενό της θ’ αναμένω.
Στις άπειρες μορφές της ταπεινώνεται
ό,τι ήξερες προδιαγεγραμμένο-

Μα ο θρύλος λέει πως πάλι η μακεδόνισσα
τραγούδια ερωτικά θε ν’ αραδιάσει,
ωσότου εκδικηθεί ο καιρός τη φόνισσα
και σ’ όλο το βασίλειο βραδιάσει.

Και τότε, γυρισμένη προς το κάγκελο,
η κόρη γαληνεύει κι αποκάμει,
προσμένοντας ακόμη αυτόν τον άγγελο
που χρόνια από μπαρούτι έχει πεθάνει.

Στην άκρη του σταδίου ως Καλλιπάτειρα
προσφεύγει για σονέτα ή μια σεστίνα
-πολλοί τήν καταγράψαν ως Εράτυρα,
μα εγώ τήν ονομάζω πια Χριστίνα.

Με τ’ όνομα της μάνας μου για εφόδιο,
τραγούδι μου, σαν ήλιος αραδιάσου
και φώτισε για ευχή στο κατευόδιο
τα λόγια που μιλούσαν στην καρδιά σου

κι εκείνα που θα σ’ έκαναν αθάνατο
κατάματα πια κοίταξ’ τα και πνίχ’ τα,
στα ίσια και πιο πέρα από τον θάνατο!
(Αυτά είχα να σάς γράψω, καληνύχτα)

Read Full Post »

καρολος

»μας βαραίνουν οι φίλοι
που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν» – Γ. Σεφέρης

Κρυμμένη πίσω από τ’ οπάλι
στέκει η φωνή του βασιλιά,
που αν τής χαρίζανε μιλιά
θα τήν γυρνούσε πίσω πάλι.

Κι είναι του χρόνου της γραμμένο
να εξημερώνει ιαχές,
ξεχνώντας όλα της τα χθες
και μένα, που τήν περιμένω.

Φωνή, βοώντος εν τη ερήμω,
λαγοκοιμάσαι σκεφτική
σε νέο κόσμο (Αμερική,
με Μισσισίπη αντί για Ρήνο).

Κι αφήνεις πίσω σου μια τάξη
ζωής, που ανέγγιχτη γερνά
-ποιος θ’ αναπλάσει τα στερνά
που ‘χα μη βρέξει και μη στάξει;

Τα κβάντα ελέγχουν κι η Χημεία
-σπορά του αιώνα- το σωστό
κι αν στους λαούς μου θα ορκιστώ
γδυμένος, στα νεκροτομεία.

Κι εμείς, αιχμάλωτοι του ρόλου,
υποβολείς στην πράξη αυτή.
-Σαν πόση ήττα θα κρυφτεί
στην όψη Πρίγκηπος Καρόλου;-

Αν ήσουν φράση του Σεφέρη
δεν θα σού κάναμε κακό,
μα είσαι της νύχτας ξωτικό
κι η χαραυγή δεν σέ συμφέρει.

Εσύ, που θα μπορούσες να ‘σουν
φωνή κρυφή που αποδομεί
χαρτιά που στ’ όρκου τη γραμμή
με τη σιωπή μάς αφαιμάσσουν.

Και κόντρα στους θεούς τους, μίλα!
Μια λάμψη ονείρου να μάς δει,
όπως γελά μικρό παιδί,
όπως σ’ αγάπησα, Καμίλα…

Read Full Post »

Μίνος Ζώτος

ZOTOSMINOS[1]_gr

Ο Μίνως Ζώτος γεννήθηκε στο Νιοχώρι Παραχελωίτιδος. Τέλειωσε το δημοτικό σχολείο στη γενέτειρά του, το Σχολαρχείο στο Αιτωλικό και το Γυμνάσιο στο Μεσολόγγι. Το 1922 γράφτηκε στη νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και με μεσολάβηση του Μιλτιάδη Μαλακάση διορίστηκε βοηθός ταμία στο Δήμο Αθηναίων. Δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις σπουδές του, καθώς σύντομα αφοσιώθηκε στην ποίηση και την ξέφρενη ζωή. Το 1928 γνωρίστηκε με τη Μαρία Πολυδούρη που στάθηκε ο έρωτας της ζωής του. Ο θάνατός της το 1930 επιδείνωσε την κατάσταση της ήδη βεβαρημένης υγείας του. Παρά τις προσπάθειές του να ξαναβρεί τις δυνάμεις του και την επιστροφή του στο χωριό του το φθινόπωρο του 1932 πέθανε από φυματίωση το Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου σε ηλικία εικοσιεφτά μόλις χρόνων.

»να χάνομαι απ’ αγάπη κι από γιασεμί» – Τ. Άγρας

Κι ήταν το βράδυ εκείνο που λειψό
μού φάνηκε και το ίδιο το φεγγάρι.
Για τ’ όνομα του έρωτα διψώ,
που αρπάζει την ελπίδα απ’ το παγκάρι.

Μονάχα θέλω τ’ όνομα, για να
αρχίσει μια σειρά από αντιδράσεις
-Ρηθείσες στα παλιά και στα κοινά
κι ωστόσο δεν μπορείς πια ν’ αποδράσεις-

Ιππότης, σέρνεις πάλι τον χορό
αρμέγοντας εκλάμψεις κατά κόρον.
Παρόλο που έχω φόντα και μπορώ,
το μέλλον δεν ευόδωσα των σπόρων.

Τα λόγια, που ‘χαν μήτρα ρυθμική
στα φύλλα του αιωνόβιού μας δέντρου,
χρησίμευσαν κι αυτά στην τελική
μονάχα για εξύμνηση του εκκέντρου.

Και βλέπεις τα παγόβουνα νερό,
να πλεύσουν το ανέστιο κι η μωρία.
Πια φαίνεται ξεκάθαρα θαρρώ
πως έφθειρε τον κόσμο η »Σωτηρία»…

Στο εννιάστροφο τραγούδι που θα πω
επέζησαν κρυφά σκοποί λαθραίοι
που επένδυσαν τις τύχες στο Προ-πό
και τώρα η ανισότητα τούς φταίει!

Κι αν πάντοτε ξεκλήριζαν ψυχές,
τίς δίνανε γι’ απάγγειο μια φυτεία.
-τρεχάτε, ξεριζώστε τις οχιές
των χόρτων, μη σημάνει η προφητεία.

»Πικροί μου κι ευκολόκαμπτοι λαοί,
του θείου που απορρίψατε την κλήση,
στα πολλαπλά σας τώρα κι ες αεί
πλημμύρα τη γραφή θα κατακλύσει!»

(Το γράμμα θ’ αντιτάξεις στη βροχή
-στα δυνατά το Μι σου, στα σιγά Πι-
κι απάνω που αλλάζει η εποχή
θα χάνεσαι απ’ τα ρόδα κι από αγάπη…)

Read Full Post »

Older Posts »