Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Μεσοτονικά’ Category

(με αφορμή τη γαλλική Επανάσταση αλλά ανησυχητικά επίκαιρο)
»Πεθαίνω! Πεθαίνουμε!» κράζει η μητέρα.
»Ζητούν τα παιδιά μου ψωμί κάθε μέρα!
Ο τύραννος είπε για μας έστω κάτι;»
Ο γκρι μοναχός έκατσε στο κρεβάτι.

Σαν έρρεε το αίμα ερυθρό στη μεριά του,
τα τραύματα ανοίγαν πληγές τα βαριά του.
Η ζήση λειψή των τραυμάτων αφέντρα,
σαν ρίζες που φέρουν αρχέγονα δέντρα.

Με μάτι στεγνό -δάκρυα να ‘χουν στερέψει-
σαν κούφια κραυγή μοιάζει η πρώτη του λέξη.
Σαν φλόγα που τρέμει ψηλά στο φυτίλι,
σιγά και θλιμμένα ο γκρίζος εμίλη:

»Διέταξ’ ο Πλάστης στο χέρι να γράψει
τη νύχτα που ορίζει τον κόσμο μια πάψη
και μού ‘πε πως είναι γραφτό να κοιτάω
τον όλεθρο όσων στη γη αγαπάω.

Και να, ο αδερφός μου! -κι η πείνα θερίζει-
των γιων του η κραυγή μες στο νου μου γυρίζει.
Γυρεύω να σπάσω την άγρια αλυσίδα,
μα τ’ άθλιο σαρκίο μού γνέφει: »ουκ οίδα»!

Ο κύρης σου ξίφος στα βόρεια υψώνει,
με χίλιους στρατιώτες ορμά μες στο χιόνι,
γερά ο αδερφός σου φοράει τ’ ατσάλι
στους γιους του το δίκιο να φέρει και πάλι.

Ω, μάταιο σπαθί, και συ, ω μάταιο βέλος,
ποτέ δεν θα έχει ο πόλεμος τέλος!
Η ευχή του ερημίτη, της χήρας το κλάμα
αρκούν για να φέρουν στον κόσμο το θάμα.

Γιατί ‘ναι το δάκρυ σημάδι αναγγέλον
κι η ανάσα σπαθί βασιλιά των αγγέλων
κι η γη των μαρτύρων -κι ας μοιάζει δυο μέτρα-
το βέλος στου Υψίστου την Άγια φαρέτρα.

Εκδίκησης χέρι ζυγώνει την κλίνη,
όπου ήλπιζ’ ο τύραννος νά βρει γαλήνη.
Μ’ ατσάλινο ξίφος σκοτώνει το κτήνος
-και τύραννος γένη στη θέση του εκείνος…»

Advertisements

Read Full Post »

πικνικ

(βιβλίο της J. Lindsay, που μετέφερε στον κινηματογράφο ο P. Weir)

Απόστολοι ψέλνουν σε γλώσσα κυρτή
τους ύμνους μιας μέρας μ’ αβέβαιο τέλος,
μ’ εστίες μικρών συμφορών στο χαρτί,
με τόξα που φθίνουν και σβήνει το βέλος.

Τριγύρω απ’ το βράχο ασταθής ο καιρός
-το χέρι μου κράτα σφιχτά, δεσποσύνη-
κι αλάργα όλο τρέμει σκοπός τρυφερός
ηγέτη που ετάφη κοντά στην Ασίνη.

Λυτά τα μαλλιά σου και φέγγουν σγουρά
σα να ‘ναι ψυχή τραγικών κι ηττημένων
και δίπλα ο αγέρας κουνώντας ουρά
στο ψέμα που σού ‘πα: »νικά ο επιμένων».

Το ύστατο χαίρε κοινού αρεστού
σε χρόνια μεγάλης φυγής παραπέμπει
και μοιάζει το δείπνο σαν αίμα Χριστού
κι η μαύρη Αυστραλία σαν βράχος στα Τέμπη.

Πριν καν κλείσουν χρόνοι κοντά εκατό
αιώνες χαθήκαν στα »θέλω» σατράπη·
στα ξένα πια μάτια της μέρας κοιτώ:
Πώς να ‘γινε μίσος μια τέτοια αγάπη;

Ό,τι έγραψε ως τώρα ξανά δεν γυρνά
κι η ανάβαση αυτή συμφορά και τιμή μας,
σαν ψέμα που φτάνει βαθιά στα στερνά
-αλήθεια μονάχη οι συμβιβασμοί μας-

Μα ο χρόνος δεν ξέρει από ζήση στραβή,
καλώντας σαν άστρο τη νύχτα που θύω
και πρέπει η φωνή μας να κράξει: »Ραββί!»
σε κόσμο που πλέον θα ζει δίχως θείο

και θα ‘χει την άκρη της θλίψης εδώ
-Σαν πού; Τι Καμπέρα – τι Περθ – τι Πρετόρια;
Το ίδιο στο τέλος της μέρας θα δω
τις σκέψεις μας όλες βουβά κρεματόρια…

Read Full Post »

κυπρος
»->Σάββατο, 5 Αυγούστου: […] Το κέντρο ανησυχεί από πληροφορίες Αγκύρας για κατάληψη νησιών από Τούρκους. Sargent βεβαιώνει ότι αυτό δεν πρόκειται να γίνει και ότι Τουρκία δεν θα πάρει ανταλλάγματα. […] Φόβος μήπως σκάσουν τίποτε με τα Τάγματα Ασφαλείας. […]
->Δευτέρα, 7 Αυγούστου: Χτές από το πρωί ξέσπασαν τα νέα […] Ο Winston νομίζει ότι οι ζερβικοί είναι άγγελοι με φτερά και οι εαμίτες διάβολοι με ουρά· δε νομίζετε πως κατά βάθος σαν ανθρώπινα όντα είναι ίδιοι;» – Γ. Σεφέρης, »Πολιτικό Ημερολόγιο Α’ »

Μακάριοι οι πεινώντες γι’ ανίσχυρα ψεύδη,
του σκότους και του όξους πιστοί αδελφοί.
Συντρέχουν στο τέλος μιας γης που καθεύδει,
κρατώντας πρωτίστως υγρή την υφή
μ’ ενέσεις και μπότοξ και κεραλοιφή
που εγκρίνουν οι ξένες δυνάμεις στην πύλη,
να δείξουν πως στήνουν με τρόπο σαφή
αμνό το κορμί σου στη νέα Βαστίλλη.

Μακάριοι οι διψώντες γι’ αγάπη κι ελπίδα,
αυτοί που -αν και θέλουν- δεν κλαίνε ποτέ.
Ρημάζουν στην άκρη κι αφήνουν κηλίδα,
καλώντας Ελλάδα με δίκτυο ΟΤΕ.
Ιστοί και σημαίες, σκοπέ μου δοτέ,
ανίσχυρου μαύρου τσιγάρου στα χείλη,
στα λόγια σου μπλέκουν, μα τό ‘δα, βροτέ,
αμνό το κορμί σου στη νέα Βαστίλλη.

Γεράκια θα ερίζουν στο πτώμα τριγύρω,
αγγέλοι με δάφνες κι αντάρτες μ’ ουρά.
Πληγώσαν τις λέξεις που θέλω να εγείρω,
αρμέγοντας τόνους λουλούδια ανθηρά.
Ωρίμασες βίαια, γλυκιά μου κυρά
που ζήτησα δώρο στον Άγιο Βασίλη,
μα πήρα -με κάπως φαιδρή προφορά-
αμνό το κορμί μου στη νέα Βαστίλλη.

Ω, πρίγκηψ -ή, μάλλον, Μεγάλε Αρμοστή-,
να πεις στη γιαγιά σου χαλούμι να στείλει,
γιατί όπου να ‘ναι θυσιάζουν αστοί
αμνό το κορμί σου στη νέα Βαστίλλη…

Read Full Post »