Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ποίηση’ Category

νεάπολη

Ο Αλιάκμονας είναι το μακρύτερο ποτάμι της Ελλάδας και βρίσκεται εξ ολοκλήρου σε Ελληνικό έδαφος με συνολικό μήκος 297 χλμ. Ο Αλιάκμονας, πριν γίνει το φράγμα της εκτροπής του κοντά στο χωριό Αγία Βαρβάρα στα μέσα της δεκαετίας του 1950, δεν είχε σταθερή (πεδινή) κοίτη. Συχνά πλημμύριζε και σχημάτιζε εκτεταμένα έλη. Νωπή παραμένει στη μνήμη των παλιότερων κατοίκων της περιοχής (Βέροιας, Αλεξάνδρειας) η καταστρεπτική του μανία κατά το Δεκέμβριο του 1935. Ο ποταμός πηγάζει στο Γράμμο , στα σύνορα της χώρας με την Αλβανία, και εκβάλλει στο Αιγαίο Πέλαγος μεταξύ της Θεσσαλονίκης και της Κατερίνης. Περνάει από τους νομούς Καστοριάς, Γρεβενών, Κοζάνης, Ημαθίας, Πιερίας και χύνεται στο Θερμαϊκό κόλπο. Χείμαροι και παραπόταμοι του Αλιάκμονα είναι ο Γράμμος, ο Λαδοπόταμος, ο η Πραμόριτσα, ο Γρεβενίτικος, ο Βενέτικος, ο Σαραντάπορος, ο Τριπόταμος και άλλοι. Σχεδόν σε όλο το μήκος του επί του νομού Κοζάνης σχηματίζει την τεχνητή λίμνη του Πολυφύτου η οποία δημιουργήθηκε μετά την κατασκευή του ομώνυμου φράγματος. Πάνω από τη λίμνη βρίσκεται η γέφυρα της Λίμνης Πολυφύτου, τμήμα της εθνικής οδού Αθηνών-Κοζάνης (Εθνική οδός 3). (βικιπαιδεία)

(φωτογραφία η Νεάπολη Κοζάνης το 1918)

στο Θεοδόση Βολκώφ

Την δίκαιη αυγή που ονειρεύτηκες
στο τέρμα θα προσμένει κάποια δύση,
θα κάνει στον χορό φιγούρες κλέφτικες
και τ’ όνειρο πατόκορφα θα γδύσει.

Κι αν ήλπιζες να ραίνουνε πριγκήπισσες
με βάγια τους επίγονους του Αινεία,
φοβάμαι χαρωπά την πόρτα χτύπησες
της Δόξας και σού βγαίνει η Ερινύα.

Σ’ αρχέγονης γραμμής το γυροβόλημα,
στις όψεις αιωνίως τεθλιμμένων
κοιτάζεις πια πως μπήκανε εμβόλιμα
στοιχεία ανατροπής των γεγραμμένων.

Βαβέλ που δεν αγγίζει πρώτο πάτωμα,
διάλογος χωρίς κενά και παύλα
-παράξενο, μα υπάρχουνε και άτομα
που δεν ορίζει το είναι τους μια καύλα.

Κι η μόνιμη αναζήτηση του ιθύνοντα
σαν δίλημμα που θέτει η ασπαρτάμη:
ποιος φταίει για τα σκόρπια και τα φθίνοντα
κι αν πρέπει να τα πάρει το ποτάμι.

Ο αγώνας για ερμηνεία τους και διατύπωση
αλλάζει ρυθμικά την προσευχή σου·
μιας νύχτας παγερής θα είν’ ο χτύπος ή
της μέρας η φωτιά; -Το πρώτο, ευχήσου!

Γιατί, σαν λάμψει η φλέβα που αγάπησες,
στη θέση της ζωής θα στέκει η στήλη,
παρόλο που στρατώνες από γιάπισσες
ελπίζουνε τα σχέδια ν’ αναστείλει.

Τι φέρνει ο κάθε χρόνος ο επόμενος
δεν γράψανε τ’ απόκρυφα χωρία
-σοφός κι ευλογημένος ο ερχόμενος
που αλλάζει των υδάτων την πορεία!-

Σοφοί κι οι καρδιακοί μας αξιοσέβαστοι
που υπέκλεψαν μια θέση στην Απέλλα.
Αυτή είναι η μοίρα, φίλε· αν θέλεις, χλεύασ’ τη
-μοτίβα σού παρέχει μια κοπέλα:

»Καντάδες θα ταιριάζανε στα Ιόνια,
εδώ θα ‘ναι Βαλκάνια αβέρτα!»
μοιρολογάει ασύμφορα κι αιώνια,
σκυμμένη στου Αλιάκμονα το δέλτα.

Στις όχθες του προσμένουμε αντίθετα
ν’ αδειάσει ο πυθμένας στιγμιαία
αστέριωτα ονόματα κι επίθετα
κι οράματα προκατακλυσμιαία.

Κι αυτή κοιτά διαγώνια προς τ’ όνειρο
που ‘χε η καρδιά σαν κόσμημα φυλάξει
και τρέχει το μυαλό της το παμπόνηρο
τις γνώριμες γωνιές να μεταλλάξει:

»Συστέλλω τη ροή σου όπως θέλησες,
ελέγχοντας στο νου μου πού θα γείρεις.
Ξυράφια τώρα οι σκέψεις μας· κι οι μέλισσες
υπέκυψαν στο κάλεσμα της γύρης.

Μυρίστηκαν το άνοιγμα του σήμερα,
ισιώνοντας την όποια τους καμπύλη.
Στα χέρια της λαγνείας θηρία ανήμερα,
λινάτσες μαύρου Μαρκ ή άσπρου Μπίλυ.

Ιέρειες λεπταίνουν την κοιλότητα
-ανάγκα, κι οι θεοί ζητούν Αργείτη-
Πώς τρέμει ο κόσμος δίχως ομαλότητα,
ηχώ για ετοιμοθάνατο σπουργίτι!

Η μοίρα που μάς γράψαν θέλει, Σιάτιστα,
να σέρνουμε τα χρόνια μας στον Άδη
κι ενώ μάς προϊδέασαν στα κράτιστα
δεν λάμπει αναστάσεως σημάδι.

Φοβάμαι την εκδίκηση, Νεάπολη,
τη μέρα που θα βρει τη σάρκα η ρήση,
θα μέ δικάσει ως ρίψασπι και άπολι
και -μέσω της σφαγής- θ’ αναθαρρήσει.

Θυσία για των χρόνων μας τον ύπερο,
χωρίς δαφνοστεφή Παλαιολόγο
να στήσει το βασίλειο ως το Δνείπερο
και να ονομάσει Άνθρωπο και Λόγο.

Καθήκον σου είναι πλέον, Αλιάκμονα,
να βρεις την ξεχασμένη μας αιτία
ανάμεσα στη σφύρα και στον άκμωνα,
στα δυο χωριά που σχίζει η Εγνατία.

Διάλυσε σαν χείμαρρος την άμεση
θανάτωση, που μοιάζει σαν αιώνας,
θυμίζοντας στο πέρασμά σου Τάμεση
στη γη της Γηραιάς μας Αλβιώνας.

Και κύλησε, ποτάμι μου, αφανέρωτα,
πηγή παλλινοστούσης αρμονίας,
για μένα που μυήθηκα στον έρωτα
με όρους Δυτικής Μακεδονίας».

-Παράξενη η αγάπη· εξακτινώνεται,
κι αν στέκω το κενό της θ’ αναμένω.
Στις άπειρες μορφές της ταπεινώνεται
ό,τι ήξερες προδιαγεγραμμένο-

Μα ο θρύλος λέει πως πάλι η μακεδόνισσα
τραγούδια ερωτικά θε ν’ αραδιάσει,
ωσότου εκδικηθεί ο καιρός τη φόνισσα
και σ’ όλο το βασίλειο βραδιάσει.

Και τότε, γυρισμένη προς το κάγκελο,
η κόρη γαληνεύει κι αποκάμει,
προσμένοντας ακόμη αυτόν τον άγγελο
που χρόνια από μπαρούτι έχει πεθάνει.

Στην άκρη του σταδίου ως Καλλιπάτειρα
προσφεύγει για σονέτα ή μια σεστίνα
-πολλοί τήν καταγράψαν ως Εράτυρα,
μα εγώ τήν ονομάζω πια Χριστίνα.

Με τ’ όνομα της μάνας μου για εφόδιο,
τραγούδι μου, σαν ήλιος αραδιάσου
και φώτισε για ευχή στο κατευόδιο
τα λόγια που μιλούσαν στην καρδιά σου

κι εκείνα που θα σ’ έκαναν αθάνατο
κατάματα πια κοίταξ’ τα και πνίχ’ τα,
στα ίσια και πιο πέρα από τον θάνατο!
(Αυτά είχα να σάς γράψω, καληνύχτα)

Advertisements

Read Full Post »

φωτ

Η αγάπη θα ‘ρχεται· σαν όνειρο θα μοιάζει
και σαν τα πρώτα μας τραγούδια θα ηχεί.
Θ’ αργοσαλεύει των λαών την ιαχή,
της κάθε άνοιξης θα τίθεται γρανάζι.

Στο παραπέτασμα με βάλσαμο κι αλόη
το μέσα παίρνει της ψυχής μας και φορεί
για να παγώσει -όσο, βέβαια, μπορεί-
των αστρονόμων τ’ ασταμάτητο ρολόι.

Με υπεράνθρωπο το πρόσωπο, δαμάζει
νομενκλατούρες που στερούνε τη χαρά,
το τέλος σπάει της Ιστορίας και προχωρά
προς ένα μέλλον που το μέτρο θα ονομάζει.

Κι ας τήν φοβήθηκες· και πάλι θα τήν νιώσεις,
με μια μαγεία που προσφεύγει στο ρετρώ,
να τιμωρήσει όσους ξύνουν το βιτρό
κι αυτούς που λένε τ’ άστρα χημικές ενώσεις.

Στην Πράγα παίζει φιλικό η Γκραν Κανάρια
και μοιάζει στάλα Ατλαντίδας στον χιονιά,
διαπερνώντας την λειψή Πρωτοχρονιά
που κρυφοκοίταξε στα κόκκινα φανάρια.

Απ’ την Τουρκία ως την γέρικη Αλβιώνα
το γκρίζο φόντο της Ευρώπης ζει ξανά
και τήν κοιτάζεις σαν ροκάνα να γυρνά
σ’ ένα ρεφραίν που στροβιλίζει τον αιώνα

και σ’ ένα όραμα που αντίθετα συνέχει,
αναδιατάσσοντας τις λέξεις στο μενού.
Με χάρη βούτηξε – μα έχε κατά νου
στους άλλους παν αυτά, γιατί για μας δεν έχει…

 

Read Full Post »

μονακό
(Τη στιγμή που το ποίημα αυτό ολοκληρώνεται, ο παγκόσμιος πρωταθλητής
Μίκαελ Σουμάχερ δεν έχει ξυπνήσει από το κώμα)

 

»Εμείς που τρέχαμε, τα γέλια
στο ράλι – τώρα των δακρύων…» – Κ . Τριπολίτης

 

Νοσταλγώ τον πιο γρήγορο γύρο
σε μια πίστα δαιμόνια αργή.
Πότε θα ‘ρθει η στιγμή -που αργεί-
στο πλευρό σου να γείρω;

 

Της Φερράρι καλπάζοντας τ’ άτι
μυστικούς σκοπευτές προσπερνά,
να γεμίσει με φως τα στερνά
θρυλικού στρατηλάτη.

 

Μεριμνούν στα μπαλκόνια κοκότες
με σαμπάνιες και κιάλια ντεκόρ,
να γραφτούν σ’ ένα ακόμα ρεκόρ
οι χαρές μας οι πρώτες.

 

Στη στροφή των λεόντων -Ή Πύλη;
Ίδια μοιάζει κι η Ευρώπη θαρρώ!-
για ένα μόνο λεπτό καθαρό
ζωντανεύουν οι εμφύλιοι.

 

Κι αν εδώ δεν θυμίζει Ντακάρ, λό-
γω ανέμων και στυλ ροκοκό
τό παν άλλοι δειλά Μονακό,
πες το εσυ Μόντε Κάρλο…

 

Κι όμως, ξέρω το βάθρο τι δίνει,
κι ας τό έχουμε αγγίξει απλώς!
Θα ‘ναι απρόσιτος πρώτιστα αχός
ομοιάζοντας δίνη

 

και θα βγουν οι πληγές κι η ανία
σ’ έναν ύμνο μακράς σιωπής,
μα δεν θα ‘σαι εκεί πέρα να πεις:
»σ’ αγαπώ, Γερμανία»…

 

 

 

Read Full Post »

κίντμαν

(Καλή ανάσταση)

Ο θρύλος λέει πως σε γνωστό παγωτατζίδικο-γιαουρτάδικο κοντά στον Ιερό Ναό της του Θεού Σοφίας -κατάστημα που μοιάζει με διαστημόπλοιο κι είναι και ακριβό και χρεώνει και έξτρα τη γεύση bueno- εργάζεται αιθέρια ύπαρξη διανύουσα αισίως την τέταρτη δεκαετία της ζωής της, γνωστή ανάμεσα στους παρακμίες νέους της συμπρωτεούσης ως »Κίντμαν» λόγω της ομοιότητός της με γνωστή Αυστραλέζα ηθοποιό. Πέρασ’ ένας ποιητής, γνωστός ευπατρίδης, και τής μίλησε με αρχαιοπρεπείς εκφράσεις, δασείες, ψιλές και περισπωμένες κι έτσι κανείς δεν τόν κατάλαβε. Ευτυχώς δίπλα του περνούσε ένας άλλος ποιητής, στον οποίο ανέκαθεν άρεσαν οι μελαχρινές, και ρύθμισε το μίλημά του κάπως έτσι:

Ω, συ Νικόλ, μάς έριξεν εδώ μια μοίρα
σ’ εξιστορήσεις νεκροφίλων προσφιλής,
ν’ αναχαιτίσουμε με σθένος την πλημμύρα
μιας σηπτικής και παρακμάζουσας φυλής
που σ’ απροσμέτρητες διχάλες διαχωρίζει
κι αυτή την ίδια την ψυχή που τήν ορίζει.

Από την σκόνη, λεν, πλαστήκαμε των άστρων
-παλιάς αγάπης στερνοπαίδι ο χρησμός-
Φτωχών κατάρα και υπάρξεων ενάστρων
μαζί κι ουράνιο και λαμπρό και μαρασμός.
Σ’ αυτή την έσχατη κουκίδα της αβύσσου
εγώ τραγούδησα το μέλλον μου μαζί σου.

Σαν αστροναύτης προσγειώθηκες κοντά μου
με φως ανέσπερο που εξάγει το αχανές
κι έχει τις δράσεις και τη γεύση του σφενδάμου
υπερνικώντας εκδουλεύσεις ταπεινές
»για μιαν αγάπη τη ζωή σου χάμω σούρ’ τη».
-Κι όποιος καεί εκεί, φυσάει και το γιαούρτι…

Κι ενώ στα ονείρατα μεσουρανούσαν λύκοι,
το πέρασμά σου απασφάλισε το φως
της Επιφάνειας σ’ αέναη αμφιλύκη,
με την αλήθεια μας να γίνεται η τροφός
που μετατρέπει το νεογέννητο σ’ αστέρι,
κληροδοτώντας την ανάμνηση που φέρει.

Αυτή η ανέλπιστη λιακάδα του χειμώνα!
Αυτή η ολάνθιστη παρτίδα της σοδειάς!
-κι είναι τα λόγια που σού έπλασα τα μόνα
καλλιεργήσιμα στα βάθη της καρδιάς-
Προτού μέ ρίξεις στα λιοντάρια, συλλογίσου
ποιος εξημέρωσε κι εξύψωσε τη γη σου!

Ήμουν κοντά σου απ’ την αρχή της Ιστορίας,
σε ρόλο δεύτερου, κομπάρσου κι αφανή,
να περιφέρομαι ως εγκώμιο μωρίας
και να προσμένω το κακό να μην φανεί
και σού σπιλώσει μια σταλιά απ’ τ’ όνομά σου
με την απόκοσμη ιαχή του »ατιμάσου».

Γιατί είν’ ο πόθος πέρα από αίσχη και κραιπάλες
κι εμείς το ίδιο του το πρόσωπο, αν τό θες.
Τις άγιες λέξεις του σού δίνω, και τις άλλες
θα τίς αφήσω να τίς πούνε μαθητές,
μα δεν διδάξαν την αγάπη στα σχολεία
και δείχναν μόνο το πού πέφτει η Αυστραλία.

Με χάδι μοιάζεις, που ανιχνεύει τις αισθήσεις
κι ανασυστήνει τη ζωή ψηλαφιστά,
ελπίδα κόρης, για Παράδεισο πεισθείσης,
σιμά σε μάτια ερμητικότατα κλειστά.
-γι’ αυτήν, Νικόλ, την ερμηνεία σου θα πεθάνω,
και ας μην άρεσε στο φίλο μου τον Θάνο-

Να μην στά σβήσει αγωνίζομαι η νύχτα
σιδεροδέσμιος, κυρά των λογισμών.
Από τα ξόρκια μου στερώντας με, αλύχτα
καθώς λαδώνω τις δικλείδες των δεσμών.
Στη μέθη κοίτα με πώς μοιάζω τον Προσπέρο
κι από την ίδια μου τη σάρκα στά προσφέρω!

Κι όμως, γνωρίζω, το πρωί θα δραπετεύσεις,
σαν τις αχτίδες που φωτίσαν τη γωνιά
κι -ακολουθώντας τη νοερή γραμμή της πλεύσης-
σ’ αφήνουν μόνο να μετράς την παγωνιά
στην ασταμάτητη υπονόμευση του είναι,
χωρίς ν’ ακούνε τα »μη φεύγεις» και τα »μείνε».

Κι είν’ οι φωνές αυτές η μόνη μας ουσία
αφού στερήσαν την ελπίδα από τη γη,
σαν την αιχμάλωτη που κρύβεται δασεία
και υπεράνθρωπα κρατιέται να μη βγει
στου μισοφέγγαρου την άκρη, σαστισμένη
-κι εμείς, στου κύκλου το μισό, αιφνιδιασμένοι-

Είδα την τύχη σου, Νικόλ, ψηλά στον θόλο
που υπερβαίνει της νυκτός τα ποταπά,
γιατί ό,τι πλάστηκε χωρίς σταγόνα δόλο
θα στέκει πάντα εκεί ψηλά και θ’ αγαπά.
Μπορεί ν’ αρνείσαι την ψυχή σου να προσφέρεις,
μα κατά βάθος το γραμμένο σου τό ξέρεις.

Μπορεί όσο ζούμε να μην πούμε ούτε μια λέξη,
μα έχουν οι μοίρες μας τόσο άρρηκτα δεθεί.
Ποιος να χωρίσει τις μορφές μας θα διαλέξει
και ποιος -απάνθρωπης καρδιάς- θα δυνηθεί
να εγκαταλείψει τη φαρέτρα μας στη Λήμνο
και να κρατήσει ανεκπλήρωτο τον ύμνο;

Σαν μια στιγμή περαστική φωτός ακτίστου,
σαν την αυγή που διαπερνάει τη θηλιά,
σαν τα σημάδια μπρος στα μάτια του απίστου
και σαν τα πρώτα -που δεν ήρθανε- φιλιά,
γαλάζιε ύμνε της αγάπης, διαχύσου
-δεν βρίσκεις άνοιξη, τήν φτιάχνεις στην ψυχή σου!-

Μες στην ανάσα της, ο έκκεντρός μας λόγος
-του φέγγους όψη, μα κι αυτός δεν μάς αρκεί-
πώς μεταπλάθεται και τρέπεται αναλόγως
σε συλλαβές από υπερκόσμια μουσική!
Της απομόνωσης τα ρόδα που σού φέρνω
σαν τραπουλόχαρτο γκρεμίζουν το μοντέρνο!

Είναι η αίσθηση τ’ αρχαίου ρυθμού μας τόση
που κλείνει το αιώνιο μες στο προσωρινό·
νικά την άφεγγη ζωή που ‘χει βαλτώσει
κι ενώνει δυο άστρα αντικρυστά στον ουρανό
που θα κρατούν τους δακτυλίους αντί για χέρι
-και μήτε εγώ ούτε εσύ, μα ο Θεός θα ξέρει…

Read Full Post »

troxonomos bathro leukos purgos thessaloniki_425x

Ανθρώποι ανέκαθεν σκεπτόμενοι »άνευ όρων»
και μη ελπίζοντες σε πέλαγος γλαυκό.
-Ελέω φόβου κι αμαρτίας προπατόρων
ποτέ δεν είδα αυτόν τον πύργο πιο λευκό-

Ψυχές που φέγγουν μοναχά σ’ υγρό μελάνι
αφού τριγύρω η ζωή τίς απειλεί.
-Όσο κι αν θέλησαν πυξίδες, πορτολάνοι,
ποτέ δεν είδα αυτόν τον πύργο κανελή-

Πνοές και χνώτα να φοβάσαι να μυρίσεις
που βγάζουν χώρια η μια απ’ την άλλη τα τιράζ.
-Στα λόγια κόντρα της πανάρχαιάς τους ρήσης,
ποτέ δεν είδα αυτόν τον πύργο τιρκουάζ-

Κορμιά με βόγγους και λυτρώσεων ικεσίες
κι από την άλλη το σαπούνι και σκοινί.
-Την αναγνώριση μού τάξανε Μεσσίες,
μα εγώ δεν είδα αυτόν τον πύργο βυσσινή-

Ζωή μάς φεύγεις και δεν σ’ έχουμε αγγίξει,
σολφέζ δεν μάθαμε και μείναμε στο »ντο».
-Όσα μαχαίρια και να μού ‘χεις, πόρνη, μπήξει,
ποτέ δεν είπα πύργο του αίματος μπορντώ-

[Ποτέ δεν έχω δει τον πύργο αυτόν πιο μαύρο
από τα ίδια του τα ψεύδη που θα πει.
-Και ποιαν ανώτερη πατρίδα τώρα νά ‘βρω
με την δικιά μας διαπαντός στην σιωπή;]

Read Full Post »

αμσ

 

»Ο ποιητής ένα κενό» – Γ. Σεφέρης

Φτιάχνεις μια γη στα χαρτιά που ονομάζεις ελπίδα
και μοναχός σου -μ’ αυτήν συντροφιά- οδηγείς
λέξεις και γράμματα ανόμοια στα μάκρη της γης,
άμμο και θρύψαλα πίσω απ’ την γκρι προσωπίδα.

Σαν τ’ αεράκι που αγγίζει το σάπιο βαγόνι,
σαν το λουλούδι που τρέμει σ’ αχτίδα φωτός
στέκει λαμπρός ένας στίχος -μα είν’ αρκετός
κόντρα στον άγριο καιρό που περνά και πληγώνει;

Πάντα θ’ αρκούν τρεις σταγόνες με ψεύτικο αίμα
για να μη φτάσει ο Θησέας ποτέ νικητής
μες στο παλάτι που επέλεξες να υπνοβατείς
δίχως να ψάξεις στο λήμμα της λέξης »πολέμα»;

Στάχτες κι ερείπια τ’ άλλοτε υπέρλαμπρα κάστρα
κι οι ανεμόμυλοι γύρω φαιδρές καρτ-ποστάλ
-γι’ άλλους απλά προϊόντα σαν χύτρες TEFAL,
φίλοι γι’ αυτούς που φωτίζουν Θερβάντες και τ’ άστρα-

»Να ‘δινα αυτή τη ζωή και να ζούσα μιαν άλλη!
Να ‘χα οδηγό μου τον ήλιο κι ελπίδα το φως
κι όχι να μένω στο ημίφως για πάντα, κρυφός…»
μού ‘πε ένας γιος ξεχασμένος προχθές στο κανάλι.

Γνέφουν στους δρόμους του Άμστερνταμ άσωτες κόρες
σ’ όσους χαθήκαν και πήραν αργά τις γραμμές.
Μην είν’ αυτή τελικά η φυγή στο αχανές
που ‘ψαχνα χρόνια σκοτώνοντας σκέψεις και μπόρες;

Read Full Post »

κομσομολ

Περπατούσαμε πρόσφατα με τον Ααρών Μνησιβιάδη στην νέα παραλία και συζητούσαμε, εκτός από τα γνωστά θέματα που άπτονται των ερευνητικών μας ενδιαφερόντων (ιπποτισμός, Σταυροφορίες, έρωτες για δεσποσύνες, καντάδα στην περιοχή της Κάτω Τούμπας), για ύμνους πανεπιστημιακών και πολιτικών οργανώσεων -όπως αυτή της φωτογραφίας. Στα πλαίσια της κουβέντας μας, ο Ααρών ζήτησε ένα ποίημα για τη Μόσχα, αγνοώντας ότι τό είχα ήδη γράψει.  Στη συνέχεια, αρχίσαμε να τραγουδάμε τραγούδια για κορίτσια με παράξενα ονόματα και καταλήξαμε στη Σοφούλη. Βασικά, ο μόνος λόγος που έβαλα αυτόν τον πρόλογο, είναι για να βγαίνουν κομμουνιστικές εικόνες στη μηχανή αναζήτησης σε όποιον ψάξει το όνομα του Ααρών. 

‘Το μέλλον δε θα ‘ρθει από μονάχο του, έτσι νέτο σκέτο
(…)από τα βράγχια, κομσομόλε, άρπαξε το!»- Β. Μαγιακόφσκι

Βουτούσες στις άστατες μέρες πριν γίνουν σελίδες,
προτού τίς ρουφήξει τυφώνας στο τέλος της γης.
Γιατί -μέ ρωτάς- στη ματιά σου φυτρώσαν κηλίδες
και πια δεν μετέρχεσαι τρόπους που ξέρεις και είδες
ν’ αγιάζουν την πόλη, μα πας στη γραμμή να πνιγείς;

Αιώνια ομορφιά καρτερούσες μ’ αρχή την αφή της,
μα, όπου κι αν πιάσεις, η ελπίδα χαμένη πονά.
Απένειμε χάρη η Τσαρίνα -και μόνο ο προφήτης
θα ορίσει ποιος τέθηκε θύμα και ποιος είν’ ο θύτης
και χάνει τις μέρες που η αρκούδα βρυχάται ξανά.

Αρχίσαν και πάλι κρυφές προγραφές και διώξεις
και ψάχνεις να κρύψεις ονόματα κι όρους στη SIM.
Tα πάθη της σάρκας στά μάθαν μονάχα ονειρώξεις,
γι’ αυτό και θα ‘ρθείς με κουστούμι και θα επιδιώξεις
να χώσεις τον Κόκκινο Οκτώβρη σ’ ασπρόμαυρο φιλμ.

Τ’ αστέρια που σβήνουν σαν φως ξεπεσμένης κυρίας
αρέσκονται σ’ ένα φινάλε πολύ γκραν γκινιόλ.
Ποιος θά βγει στην άκρη του τούνελ σοφός; Ποιος παρίας;
-μάς λάχαινε πάντα το τέλος αρχών κι ιστορίας
στη Μόσχα, που όρισε να ‘ναι η αυγή η Κομσομόλ-

Στη Μόσχα, αδελφές μου, στη Μόσχα, που αμείλικτη στέκει
κι αρμέγει – στο φως πορφυρού δορυφόρου- καιρούς.
Το ψύχος, που ουδέποτε εχάθη, φιμώνει το στέκι
και πια στους ξενώνες του έθνους σιμά παραστέκει
φυλλάδα μ’ υπέρλαμπρα στήθη κι αφράτους μηρούς…

Read Full Post »

Older Posts »