Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘πολιτικό’ Category

Ο Δεκέμβρης

remember_koukouloforos_1Χρόνια παιδευόμουν να γράψω ένα ποίημα για το Δεκέμβρη, προσπάθησα πολλές φορές αλλά το αποτέλεσμα ήταν μέτριο.  Ίσως τελικά να πρέπει να τό αφήσω στους ριζοσπάστες, ούτως ή άλλως η εξέγερση τούς ανήκει…  Το πιο όμορφο ποίημα για το Δεκέμβρη τό έχει γράψει ο Γιάννης Δούκας, τού αφιερώνω τη δική μου προσπάθεια.

Χρυσούλα, νομίζεις πως είσαι παρθένα,
ενώ σού βιάζουν εντέχνως το νου.
Η νιότη σου σαν του πικρού Τιθωνού
που κάθε βδομάδα μικραίνει τη χτένα.

Χρυσούλα, δαμάζεις τα ένστικτα πάντα
με χάπια κι ελπίδες αιώνιας ζωής.
Ακούστηκε φέτος πως πέφτει νωρίς
η μέρα που η αγχόνη θα γίνει γιρλάντα.

Χρυσούλα, η φωνή σου δεν έχει αξία,
καθώς είναι κόπια οραμάτων συρμού.
Σε ώρες βαριές μαθημάτων κορμού
ποιος ψάχνει άλλους τόνους εκτός απ’ οξεία;

Χρυσούλα, ρυτίδες, αν κι είσαι κορίτσι.
Νικιούνται με κρέμες και ναρκωτικά
-Κι αυτή την ιδέα που Χάρο νικά
και χτίστηκε μ’ αίμα σε Γράμμο και Βίτσι-

Χρυσούλα, στη γη σου συνέβησαν φόνοι
και πτώματα θάψαν βαθιά στο καπώ,
μα δεν θα πιστέψεις στ’ αλήθεια αν σού πω
πως πια ο Δεκέμβρης μάς διαμορφώνει.

Στου chat-room την άκρη, νεκρό παληκάρι
να πεις περιμένει ακόμα το »ναι».
Δεν θα βρεις απάντηση, πόνε κοινέ·
σπαθί μου, βολέψου ξανά στο θηκάρι…

τέλη άνοιξης 2013

 

Advertisements

Read Full Post »

ΑΝΔΡΕΑΣΣτον Niko Ago

»…μ’ αγαπάς και με θυμάσαι
μες στο χιόνι που κοιμάσαι» – Μ. Μπουρμπούλης

Του γερο-Δάντη τα αιώνια κολαστήρια
και τούτη η λάβα που βρωμίζει το παλτό μου
θαρρώ πως είναι τα πιο ατράνταχτα πειστήρια
πως συντελέστηκε διάσπαση του ατόμου.

Μέ είδε ο μάρτυρας σε γη παρεμεθόρια
σ’ άλλη ζωή με προσμονή να κάνω σήμα.
(Αυτή που μού ‘γραψες η αγάπη δίχως όρια
ξεχνά πώς είναι μια ζωή σαν Χιροσίμα)

Μες στο κονκλάβιο αναμνήσεις συσσωρεύτηκαν
κι οι πομποδέκτες συννεφιές αναπαράγουν.
Σπουδαίους βαφτίσανε τους δρόμους που πορεύτηκαν,
μα στον γκρεμό της μοναξιάς για πάντα θ’ άγουν…

Βλέπω το μέλλον μου σε γυάλινη μπλογκόσφαιρα:
μοιράζω κέρινες ελπίδες στο μπαλκόνι
κι αφού διαλύονται σαν σκόνη στην ατμόσφαιρα,
μέ ρίχνουν -δίχως ν’ αγαπούν- βαθιά στο χιόνι.

Πρέπει η δίκη του Ανδρέα να λήξει άμεσα,
για να φυλάξουμε τουλάχιστον τους σπόρους
κι όλα αυτά που αφεθήκαν ενδιάμεσα
να γίνουν σπέρμα που θα θρέψει τους απόρους.

Αλλά η άτεγκτη κι ωμή πραγματικότητα
συχνά διαφέρει από ποιήματα και νόμους
και παραμένω -αν και θα ‘χα ορατότητα-
μουγκός κι ακίνητος μπροστά στους παιδονόμους.

(Πικρή αλήθεια πως ανάστημα δεν όρθωσα,
μα μόνο θράσος σχολιαρόπαιδου πρωίμου.
Και όλο ψέγω την ψυχή που δεν κατόρθωσα
να κάνω τέχνη με την ίδια τη ζωή μου…)

Ροβιές, (28+) 29/7/13

Read Full Post »

RomosFilyras

 

»Μαζί με τον τελευταίο ομιλητή, πεθαίνει και η γλώσσα»

Στο θάνατό σου, που συνέχεια αναβάλλεις,
απονεκρώνεται, με τράβηγμα αορτής,
γλώσσα, γραμμένη στην ψυχή που θα εκβάλεις.
-αν ήσουν, βέβαια, φυσικός ομιλητής…-

Πεισματικά θα εκτεθώ και θα ρωτήσω,
ώσπου να λήξει το παιχνίδι διαπαντός,
ρηματικές εκφράσεις που θ’ αφήσεις πίσω,
έρμαια αρχείων txt και MS-DOS.

Για να εκπορνεύσεις τον κρυμμένο θησαυρό σου,
λαμπρά σού φέρνω προϊόντα προσφοράς!
-Υπερτερεί η νοοτροπία του »σταυρώσου
και θε να τύχεις μυθικής περιφοράς»-

Ιωβηλαία και τιμές! Θα παρελάσει
αμαξοστάσιο που γερνά χωρίς στροφή,
για να μην δει τα μάτια που ‘χουνε γελάσει…
-Άλλες δυο λέξεις και βαράμε κορυφή!-

Λέγεις κι εσύ μπροστά στο σύμπαν: »Θα ματώσω,
αλλά θ’ αφήσω στο μετά προορισμό»;
Νικιέσαι, εξίσου, στη ματιά που είναι τόσο
όμορφη για να προσφερθεί στον αστισμό;

Μα, ως παρηγόρια, τελευταίε ομιλητή μου,
αυτήν που μού ‘γραψες τραγούδα την ωδή!
-Τον ρόλο χάσαμε, φοβάμαι, του επιτίμου
αναμασώντας των ερώτων τη σπουδή…

20/8/13

Read Full Post »

Stalin__s_Train

 

Έχει το κρύο στις καρδιές μας αυξηθεί
και μετατρέπει σε κονσέρβα το βαγόνι.
Τα λόγια μου -έγραψαν- πως είν’ αναληθή
μα να προσφέρω μού ‘χε μόνο ζητηθεί
μια στάλα ζέστης σ’ έναν κόσμο που παγώνει.

Τσουλάει στις ράγες ξεχασμένη μια φωνή,
εκείνη που έσερνα σε δήμους και σε fora.
Παν οι καιροί που με πυξίδα φωτεινή
έδινα πλέρια προς τις μάζες ηδονή
και το Λονδίνο αποκαλούσα »Έρημη Χώρα».

Από το τζάμι μπαίνει κρύος ο βοριάς
σαν τον απρόσκλητο κακό τις Ιστορίας.
»Οι στίχοι σου άξιζαν μιας δεύτερης θωριάς»
μια ξεπεσμένη ιαχή παρηγοριάς
στις αφιλόξενες γωνιές της Σιβηρίας.

Σταθμοί φυλάκων το φορτίο χαιρετούν
κι είναι ντυμένοι με τομάρια και πιέτες
που τα μπουκάλια με τη βότκα συγκρατούν.
Τούς εμπιστεύθηκα ελπίδες που πετούν
και μού επιστρέφουν ματωμένες σερβιέτες!

Τίς επιβλέπουν θαυμαστές της συλλογής
(κυρίως ΜΑΤ, τρεις ασφαλίτες και ΕΚΑΜ), ως
τις πρώτες ρόδινες ακτές της χαραυγής.
-Τρανή απόδειξη για σένα που αργείς
ότι ποτέ δεν συντελέστηκεν ο γάμος-

Αυτό το τρένο δεν θα φτάσει στο γκουλάγκ,
μα θα τρακάρει σ’ όσα εμπόδια βρει μπροστά του!
Άλλοι nouvelle και άλλοι vieille μάς είπαν vague
κι αυτοί που ελπίζανε στων γραναζιών το lag
αφήνονται έρμαια του καιρού μας του αστάτου.

Αργά η ψυχή μου στα ουράνια θα υψωθεί…
Πριν ζήσω, έσβησα την λάμψη μου την τόση!
Και τώρα ποιος σ’ αυτή την ήπειρο που ανθεί
μ’ αξίνα μέτρο και τον ίαμβο σπαθί
κομμάτια πάγων σε ρυθμό θα πραγματώσει;

19+20/6/13

Read Full Post »

κεραιες

(Τι να πει κανείς σε στιγμές σαν κι αυτές;  Δεύτερο Πρόγραμμα,  σ’ ευχαριστώ που μάς έκανες ανθρώπους… Για τις παράξενες μέρες που ζούμε, ένα ασυνήθιστο μέτρο από μένα.)

»Κι εσύ ησυχάζεις, το δάχτυλο βάζεις
να δεις την πληγή…» – Λ. Παπαδόπουλος

Ψάχνω σημάδια της άνοιξης που ‘φυγε πρώτη,
μήπως στου χρόνου το γύρο ξανά προληφθεί.
Δεν ωφελούν τις ημέρες φοβέρες και κρότοι
και χαρωπά -με μεζούρα ακριβείας- μετρώ τη
σαύρα που θέλει στ’ αμφίβια να περιληφθεί.

Είν’ η δουλειά τρομερή και ο φόβος μεγάλος
μην τρελαθείς και μπερδέψεις τα χιλιοστά.
Κι όμως εγώ, γελαστός και τυφλός παπαγάλος,
τούς αγνοώ και περνώ κορδωμένος σαν γάλος
που θα τού κάνουν κιμά το ψαχνό και τα οστά.

Κρύβει η σαύρα τον δαίμονα, όντως, βαθιά της
και μουλωχτά το κορμί μου γεμίζει αμυχές
όσο τήν βλέπω να σφίγγει γερά τη γροθιά της.
-Ήταν βουνό ελεγχόμενο πάντα ο Χορτιάτης.
Πότε στα μέρη μας ήρθαν αράχνες κι οχιές;-

Μπήκ’ ο Απρίλης σκληρά και δε λέει να φύγει!
Ύμνοι, πομπές, επιτάφιοι στον εσπερινό…
Λίγη συμπόνια ζητώ και αγάπη που επείγει,
μα έρχεται αυτή και τα νύχια στο δέρμα μου σμίγει,
χύνοντας μίσος -το μόνο που φέρει κοινό-.

Δάκτυλο βάζω να βρω την πληγή μ’ αγωνία
όσο οι καμπάνες χτυπούν Κυριακή του Θωμά
και -παραλλήλως- με τέχνη τηρώ αφωνία
για να φωνάξω όταν πρέπει: »Το τζάκι γωνία
στάχτες ξερνά της σαπίλας και μπόχα βρωμά!»

14/4/13

Read Full Post »

St Peter

το καράβι

 
Σημάδια ψάχνω μες στο μέσον της νυκτός
πως αψηφά την τρικυμία το καράβι.
Φοβάμαι χάθηκε στην άβυσσο, εκτός
αν ο Άγιος Πέτρος τα φτερά για άλλους ράβει…

Οι ελπίδες όλες κι οι κρυφές μου προσευχές
συνταξιδεύουνε μ’ αυτό το καραβάνι
που μεταφέρει στο βορρά θηλιές τραχιές
και Panadol -αν επιλέξεις το ντιβάνι-

Μα ακούω, στην άκρη της ζωής μου της αβρής,
βροντή, σημαίνουσα τα ύστερα του κόσμου!
Στη ζάλη τούτη ψάξε τώρα για να βρεις
ποιος είν’ ο ρόλος ο δικός σου κι ο δικός μου.

Αχ, να γινότανε αλλιώς η εγγραφή
και μ’ ένα σκέτο »ναι» τα πάντα να αλλάξουν,
για τη σημαία μας να φέρουνε βαφή
και τις πληγές μας παλλακίδες να μαλάξουν…

Προέχει, όμως, να μού πεις τι θα φανεί
και τι θα βγει στο λίγο χρόνο που απομένει.
Παρηγοριά μου η γλυκιά σου η φωνή
-μα, φυσικά, απομαγνητοφωνημένη-

να λέει αυτές τις μεγαλειώδεις κλητικές,
αυτά τα »О,tempora, ω, πάτερ» και »ω, μήτερ».
(Παρερμηνεύοντας σαφώς τις κριτικές
θα επιλέξω το ναυάγιο του St Peter…)
24/10/2012

Read Full Post »

flwrentia600_90056_2KRC50

Η μπαλάντα της βιβλιοθήκης

 

»Ω. Βενετία, πόλις από χρυσάφι κι από σμάλτο»
-Κ. Καρυωτάκης
»Στης Βενετίας τα νερά/ είδες γοργόνα κολυμπά»
-Γ. Γιατρομανωλάκης

Ω, Βενετία, πόλη σαν από χρυσάφι,
για καραντίνες και θανάτους ειδική…
-Θυμάμαι ήρθαν ο Μπαγκς Μπάνυ και ο Ντάφυ
και τούς ξεκλήρισε κι αυτούς η λοιμική-
Καρδιά μου, άστατη και υπερτροφική,
για βάλε τούτο το σι-ντι στη σι-ντιθήκη,
γιατί το πάθος, τη μανία τη φονική,
τά βρήκα στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη.

Σημαδεμένα, μα σε χρόνια απραξία,
δεν τά κατάφεραν τα φίνα μου χαρτιά…
-Στο τέλος παίρνει φοβερή υπεραξία
το αεράκι που θα ‘ρθεί με το νοτιά-
Και μη μού ρίχνετε τέτοια άγρια ματιά
για να υπογράψω υποχώρησης συνθήκη,
αφού τη σπίθα και την άσβεστη φωτιά
τά βρήκα στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη.

Κι όλο αγωνίζομαι να βρω για ν’ ακουμπήσω
μια επιφάνεια, μα η φύση είναι νεκρή!
-Μέ έχουν βάλει μοναχό να κολυμπήσω
στην τρικυμία της κανάτας του μπεκρή-
Ω, Βενετία, στην ψυχή σου είσαι μικρή,
ένα χυδαίο κι απροσάρμοστο καθίκι,
καθώς το μίσος και τη νιότη την πικρή
τά βρήκα στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη.

Πρίγκηψ, ν’ απλώσετε την κόκκινη βαφή,
έτσι όπως τά ‘γραψα ακριβώς στη διαθήκη,
γιατί το θάνατο και την υγρή ταφή
τά βρήκα στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη.
19/10/2012

Η μπαλάντα των Ηλιαστών

»Η Φλωρεντία σαν ν’ άδειασε της φάνη μες στον ύπνο της
το χάραμα ως αρχίζει…» -Αγγ. Σικελιανός

Ω, Φλωρεντία, πόλη σαν από ασήμι,
εσένα σού ‘λαχε μεγάλη αποστολή:
να ‘χεις τα χέρια σου στην Κάρπαθο, στη Σύμη
και να σέ ορίζει μέρα-νύχτα μια στολή.
Μπορεί η ζωή μας να ‘ναι πλάνα και θολή,
μα -με φωνή του κεραυνού- θα τραγουδήσω
σ’ όσους σκορπούν τριγύρω φθόνο και χολή:
»Πότε η ζωή που καρτερούμε θα ‘ρθει πίσω;»

Μάς προδικάσαν το φινάλε οι αστρολόγοι
και δεν αντέδρασε στις ρίμες τους κανείς
-είναι γραφτό μας να κομπάζουνε οι λόγοι
μπροστά στο άκουσμα ισόβιας ποινής-
Μα μη κοιτάς, ω, Φλωρεντία, ως Ερινύς,
γιατί τον μάταιο τον κόσμο σου θ’ αφήσω
και πριν πεθάνω θα ρωτάω, ημιθανής:
»Πότε η ζωή που καρτερούμε θα ‘ρθει πίσω;»

Εγκληματίες θα συρρεύσουνε στη γη μας,
αφού τις πύλες δεν αφήσαμε κλειστές.
Πώς να επιζήσουνε οι κόρες και οι γιοι μας
σαν τις σαρδέλες στην κονσέρβα τους παστές;
Τό ξέρω, πάντα τιμωρούνται οι βιαστές,
μα δεν μ’ αφήσαν φανερά να αγαπήσω,
γι’ αυτό το λόγο μου ακούστε, Ηλιαστές:
»Πότε η ζωή που καρτερούμε θα ‘ρθει πίσω;»

Σ’ αυτό το χάραμα, σε τούτο τον αγρό
την ηττημένη την ψυχούλα μου θ’ αφήσω…
Μα το μελάνι στις καρδιές σας είν’ υγρό:
»Πότε η ζωή που καρτερούμε θα ‘ρθει πίσω;»

28/3/13

Read Full Post »

Older Posts »