Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘προς τιμήν’ Category

κιρα ναιτλι

»κι αφού το ξερες που κάτω απ’ τις μαρκίζες
θα σάπιζεν ο Αύγουστος» – Ε. Κακναβάτος

Δέσαν οι άνεμοι τον στόλο στην Αυλίδα
κι ως επίφαση ζωής περνά ο καιρός,
με συνένοχο στο πέρασμα μια Αγγλίδα
προσαξωνικών φιλιών -κι εν κατακλείδα
πότε ο κόσμος συστηνόταν καθαρός;-

Και το μάντη με φρουρά να ‘χεις συλλάβει,
πάντα ο χρόνος μεριμνά κι ο χαλασμός:
τις μεγάλες πολιτείες χτίζουν σκλάβοι
και βαθιά σου πια θα τό ‘χεις καταλάβει
πως εντέλει πέφτει μέσα ο χρησμός.

Βλέπει ο ναύτης, κρεμασμένος στο κατάρτι,
πολιτείες της εγγύς ανατολής
να εδραιώνουνε τη θέση τους στο χάρτη
με νοθείες -τη φωνή μου αν θέλεις πάρ’ τη,
που νομίζεις πως νικάς άμα απειλείς-

Στο μεταίχμιο Ευρώπης και Ασίας
τις ευχές μας τακιμιάσαν με τα »ου»
κι ο πιστός μας εθεάθη Τειρεσίας
σε ταρίχευση εν ώρα υπηρεσίας
να ευλογείται μες στο σπίτι του λαού.

Μες στα σκότη η μορφή σου ήρθε, Κίρα,
μα σέ γδύσαμε ανόρεχτα κι οκνά.
Ήσουν σβώλος μες στα χέρια χρυσοθήρα
κι οι λαγώνες μας θυμίζαν ζωντοχήρα
που ψαρεύει στην απόχη της τεκνά.

Είναι κρίμα που ξεβάφεις και ξεπέφτεις
μαραμένη -κι όμως φτιάχτηκες ν’ ανθείς!-,
με τις δύσεις να σ’ ακούει ο καθρέφτης:
»δεν υπάρχει νομοτέλεια» και σαν πέφτεις
Μυρμιδόνες να μετράς να κοιμηθείς.

Τώρα ψέγεις γερασμένη στην αλέα
προτιμώντες το δυάρι απ’ το Χ,
μ’ έναν άθικτο κι αγύμναστο Αχιλλέα
που δεν ξέρει ποια δεν έγινε μηλέα
και γιατί η ζωή δεν έχει συνοχή…

Advertisements

Read Full Post »

καρολος

»μας βαραίνουν οι φίλοι
που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν» – Γ. Σεφέρης

Κρυμμένη πίσω από τ’ οπάλι
στέκει η φωνή του βασιλιά,
που αν τής χαρίζανε μιλιά
θα τήν γυρνούσε πίσω πάλι.

Κι είναι του χρόνου της γραμμένο
να εξημερώνει ιαχές,
ξεχνώντας όλα της τα χθες
και μένα, που τήν περιμένω.

Φωνή, βοώντος εν τη ερήμω,
λαγοκοιμάσαι σκεφτική
σε νέο κόσμο (Αμερική,
με Μισσισίπη αντί για Ρήνο).

Κι αφήνεις πίσω σου μια τάξη
ζωής, που ανέγγιχτη γερνά
-ποιος θ’ αναπλάσει τα στερνά
που ‘χα μη βρέξει και μη στάξει;

Τα κβάντα ελέγχουν κι η Χημεία
-σπορά του αιώνα- το σωστό
κι αν στους λαούς μου θα ορκιστώ
γδυμένος, στα νεκροτομεία.

Κι εμείς, αιχμάλωτοι του ρόλου,
υποβολείς στην πράξη αυτή.
-Σαν πόση ήττα θα κρυφτεί
στην όψη Πρίγκηπος Καρόλου;-

Αν ήσουν φράση του Σεφέρη
δεν θα σού κάναμε κακό,
μα είσαι της νύχτας ξωτικό
κι η χαραυγή δεν σέ συμφέρει.

Εσύ, που θα μπορούσες να ‘σουν
φωνή κρυφή που αποδομεί
χαρτιά που στ’ όρκου τη γραμμή
με τη σιωπή μάς αφαιμάσσουν.

Και κόντρα στους θεούς τους, μίλα!
Μια λάμψη ονείρου να μάς δει,
όπως γελά μικρό παιδί,
όπως σ’ αγάπησα, Καμίλα…

Read Full Post »

Μίνος Ζώτος

ZOTOSMINOS[1]_gr

Ο Μίνως Ζώτος γεννήθηκε στο Νιοχώρι Παραχελωίτιδος. Τέλειωσε το δημοτικό σχολείο στη γενέτειρά του, το Σχολαρχείο στο Αιτωλικό και το Γυμνάσιο στο Μεσολόγγι. Το 1922 γράφτηκε στη νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και με μεσολάβηση του Μιλτιάδη Μαλακάση διορίστηκε βοηθός ταμία στο Δήμο Αθηναίων. Δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις σπουδές του, καθώς σύντομα αφοσιώθηκε στην ποίηση και την ξέφρενη ζωή. Το 1928 γνωρίστηκε με τη Μαρία Πολυδούρη που στάθηκε ο έρωτας της ζωής του. Ο θάνατός της το 1930 επιδείνωσε την κατάσταση της ήδη βεβαρημένης υγείας του. Παρά τις προσπάθειές του να ξαναβρεί τις δυνάμεις του και την επιστροφή του στο χωριό του το φθινόπωρο του 1932 πέθανε από φυματίωση το Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου σε ηλικία εικοσιεφτά μόλις χρόνων.

»να χάνομαι απ’ αγάπη κι από γιασεμί» – Τ. Άγρας

Κι ήταν το βράδυ εκείνο που λειψό
μού φάνηκε και το ίδιο το φεγγάρι.
Για τ’ όνομα του έρωτα διψώ,
που αρπάζει την ελπίδα απ’ το παγκάρι.

Μονάχα θέλω τ’ όνομα, για να
αρχίσει μια σειρά από αντιδράσεις
-Ρηθείσες στα παλιά και στα κοινά
κι ωστόσο δεν μπορείς πια ν’ αποδράσεις-

Ιππότης, σέρνεις πάλι τον χορό
αρμέγοντας εκλάμψεις κατά κόρον.
Παρόλο που έχω φόντα και μπορώ,
το μέλλον δεν ευόδωσα των σπόρων.

Τα λόγια, που ‘χαν μήτρα ρυθμική
στα φύλλα του αιωνόβιού μας δέντρου,
χρησίμευσαν κι αυτά στην τελική
μονάχα για εξύμνηση του εκκέντρου.

Και βλέπεις τα παγόβουνα νερό,
να πλεύσουν το ανέστιο κι η μωρία.
Πια φαίνεται ξεκάθαρα θαρρώ
πως έφθειρε τον κόσμο η »Σωτηρία»…

Στο εννιάστροφο τραγούδι που θα πω
επέζησαν κρυφά σκοποί λαθραίοι
που επένδυσαν τις τύχες στο Προ-πό
και τώρα η ανισότητα τούς φταίει!

Κι αν πάντοτε ξεκλήριζαν ψυχές,
τίς δίνανε γι’ απάγγειο μια φυτεία.
-τρεχάτε, ξεριζώστε τις οχιές
των χόρτων, μη σημάνει η προφητεία.

»Πικροί μου κι ευκολόκαμπτοι λαοί,
του θείου που απορρίψατε την κλήση,
στα πολλαπλά σας τώρα κι ες αεί
πλημμύρα τη γραφή θα κατακλύσει!»

(Το γράμμα θ’ αντιτάξεις στη βροχή
-στα δυνατά το Μι σου, στα σιγά Πι-
κι απάνω που αλλάζει η εποχή
θα χάνεσαι απ’ τα ρόδα κι από αγάπη…)

Read Full Post »

κίντμαν

(Καλή ανάσταση)

Ο θρύλος λέει πως σε γνωστό παγωτατζίδικο-γιαουρτάδικο κοντά στον Ιερό Ναό της του Θεού Σοφίας -κατάστημα που μοιάζει με διαστημόπλοιο κι είναι και ακριβό και χρεώνει και έξτρα τη γεύση bueno- εργάζεται αιθέρια ύπαρξη διανύουσα αισίως την τέταρτη δεκαετία της ζωής της, γνωστή ανάμεσα στους παρακμίες νέους της συμπρωτεούσης ως »Κίντμαν» λόγω της ομοιότητός της με γνωστή Αυστραλέζα ηθοποιό. Πέρασ’ ένας ποιητής, γνωστός ευπατρίδης, και τής μίλησε με αρχαιοπρεπείς εκφράσεις, δασείες, ψιλές και περισπωμένες κι έτσι κανείς δεν τόν κατάλαβε. Ευτυχώς δίπλα του περνούσε ένας άλλος ποιητής, στον οποίο ανέκαθεν άρεσαν οι μελαχρινές, και ρύθμισε το μίλημά του κάπως έτσι:

Ω, συ Νικόλ, μάς έριξεν εδώ μια μοίρα
σ’ εξιστορήσεις νεκροφίλων προσφιλής,
ν’ αναχαιτίσουμε με σθένος την πλημμύρα
μιας σηπτικής και παρακμάζουσας φυλής
που σ’ απροσμέτρητες διχάλες διαχωρίζει
κι αυτή την ίδια την ψυχή που τήν ορίζει.

Από την σκόνη, λεν, πλαστήκαμε των άστρων
-παλιάς αγάπης στερνοπαίδι ο χρησμός-
Φτωχών κατάρα και υπάρξεων ενάστρων
μαζί κι ουράνιο και λαμπρό και μαρασμός.
Σ’ αυτή την έσχατη κουκίδα της αβύσσου
εγώ τραγούδησα το μέλλον μου μαζί σου.

Σαν αστροναύτης προσγειώθηκες κοντά μου
με φως ανέσπερο που εξάγει το αχανές
κι έχει τις δράσεις και τη γεύση του σφενδάμου
υπερνικώντας εκδουλεύσεις ταπεινές
»για μιαν αγάπη τη ζωή σου χάμω σούρ’ τη».
-Κι όποιος καεί εκεί, φυσάει και το γιαούρτι…

Κι ενώ στα ονείρατα μεσουρανούσαν λύκοι,
το πέρασμά σου απασφάλισε το φως
της Επιφάνειας σ’ αέναη αμφιλύκη,
με την αλήθεια μας να γίνεται η τροφός
που μετατρέπει το νεογέννητο σ’ αστέρι,
κληροδοτώντας την ανάμνηση που φέρει.

Αυτή η ανέλπιστη λιακάδα του χειμώνα!
Αυτή η ολάνθιστη παρτίδα της σοδειάς!
-κι είναι τα λόγια που σού έπλασα τα μόνα
καλλιεργήσιμα στα βάθη της καρδιάς-
Προτού μέ ρίξεις στα λιοντάρια, συλλογίσου
ποιος εξημέρωσε κι εξύψωσε τη γη σου!

Ήμουν κοντά σου απ’ την αρχή της Ιστορίας,
σε ρόλο δεύτερου, κομπάρσου κι αφανή,
να περιφέρομαι ως εγκώμιο μωρίας
και να προσμένω το κακό να μην φανεί
και σού σπιλώσει μια σταλιά απ’ τ’ όνομά σου
με την απόκοσμη ιαχή του »ατιμάσου».

Γιατί είν’ ο πόθος πέρα από αίσχη και κραιπάλες
κι εμείς το ίδιο του το πρόσωπο, αν τό θες.
Τις άγιες λέξεις του σού δίνω, και τις άλλες
θα τίς αφήσω να τίς πούνε μαθητές,
μα δεν διδάξαν την αγάπη στα σχολεία
και δείχναν μόνο το πού πέφτει η Αυστραλία.

Με χάδι μοιάζεις, που ανιχνεύει τις αισθήσεις
κι ανασυστήνει τη ζωή ψηλαφιστά,
ελπίδα κόρης, για Παράδεισο πεισθείσης,
σιμά σε μάτια ερμητικότατα κλειστά.
-γι’ αυτήν, Νικόλ, την ερμηνεία σου θα πεθάνω,
και ας μην άρεσε στο φίλο μου τον Θάνο-

Να μην στά σβήσει αγωνίζομαι η νύχτα
σιδεροδέσμιος, κυρά των λογισμών.
Από τα ξόρκια μου στερώντας με, αλύχτα
καθώς λαδώνω τις δικλείδες των δεσμών.
Στη μέθη κοίτα με πώς μοιάζω τον Προσπέρο
κι από την ίδια μου τη σάρκα στά προσφέρω!

Κι όμως, γνωρίζω, το πρωί θα δραπετεύσεις,
σαν τις αχτίδες που φωτίσαν τη γωνιά
κι -ακολουθώντας τη νοερή γραμμή της πλεύσης-
σ’ αφήνουν μόνο να μετράς την παγωνιά
στην ασταμάτητη υπονόμευση του είναι,
χωρίς ν’ ακούνε τα »μη φεύγεις» και τα »μείνε».

Κι είν’ οι φωνές αυτές η μόνη μας ουσία
αφού στερήσαν την ελπίδα από τη γη,
σαν την αιχμάλωτη που κρύβεται δασεία
και υπεράνθρωπα κρατιέται να μη βγει
στου μισοφέγγαρου την άκρη, σαστισμένη
-κι εμείς, στου κύκλου το μισό, αιφνιδιασμένοι-

Είδα την τύχη σου, Νικόλ, ψηλά στον θόλο
που υπερβαίνει της νυκτός τα ποταπά,
γιατί ό,τι πλάστηκε χωρίς σταγόνα δόλο
θα στέκει πάντα εκεί ψηλά και θ’ αγαπά.
Μπορεί ν’ αρνείσαι την ψυχή σου να προσφέρεις,
μα κατά βάθος το γραμμένο σου τό ξέρεις.

Μπορεί όσο ζούμε να μην πούμε ούτε μια λέξη,
μα έχουν οι μοίρες μας τόσο άρρηκτα δεθεί.
Ποιος να χωρίσει τις μορφές μας θα διαλέξει
και ποιος -απάνθρωπης καρδιάς- θα δυνηθεί
να εγκαταλείψει τη φαρέτρα μας στη Λήμνο
και να κρατήσει ανεκπλήρωτο τον ύμνο;

Σαν μια στιγμή περαστική φωτός ακτίστου,
σαν την αυγή που διαπερνάει τη θηλιά,
σαν τα σημάδια μπρος στα μάτια του απίστου
και σαν τα πρώτα -που δεν ήρθανε- φιλιά,
γαλάζιε ύμνε της αγάπης, διαχύσου
-δεν βρίσκεις άνοιξη, τήν φτιάχνεις στην ψυχή σου!-

Μες στην ανάσα της, ο έκκεντρός μας λόγος
-του φέγγους όψη, μα κι αυτός δεν μάς αρκεί-
πώς μεταπλάθεται και τρέπεται αναλόγως
σε συλλαβές από υπερκόσμια μουσική!
Της απομόνωσης τα ρόδα που σού φέρνω
σαν τραπουλόχαρτο γκρεμίζουν το μοντέρνο!

Είναι η αίσθηση τ’ αρχαίου ρυθμού μας τόση
που κλείνει το αιώνιο μες στο προσωρινό·
νικά την άφεγγη ζωή που ‘χει βαλτώσει
κι ενώνει δυο άστρα αντικρυστά στον ουρανό
που θα κρατούν τους δακτυλίους αντί για χέρι
-και μήτε εγώ ούτε εσύ, μα ο Θεός θα ξέρει…

Read Full Post »

RomosFilyras

 

»Μαζί με τον τελευταίο ομιλητή, πεθαίνει και η γλώσσα»

Στο θάνατό σου, που συνέχεια αναβάλλεις,
απονεκρώνεται, με τράβηγμα αορτής,
γλώσσα, γραμμένη στην ψυχή που θα εκβάλεις.
-αν ήσουν, βέβαια, φυσικός ομιλητής…-

Πεισματικά θα εκτεθώ και θα ρωτήσω,
ώσπου να λήξει το παιχνίδι διαπαντός,
ρηματικές εκφράσεις που θ’ αφήσεις πίσω,
έρμαια αρχείων txt και MS-DOS.

Για να εκπορνεύσεις τον κρυμμένο θησαυρό σου,
λαμπρά σού φέρνω προϊόντα προσφοράς!
-Υπερτερεί η νοοτροπία του »σταυρώσου
και θε να τύχεις μυθικής περιφοράς»-

Ιωβηλαία και τιμές! Θα παρελάσει
αμαξοστάσιο που γερνά χωρίς στροφή,
για να μην δει τα μάτια που ‘χουνε γελάσει…
-Άλλες δυο λέξεις και βαράμε κορυφή!-

Λέγεις κι εσύ μπροστά στο σύμπαν: »Θα ματώσω,
αλλά θ’ αφήσω στο μετά προορισμό»;
Νικιέσαι, εξίσου, στη ματιά που είναι τόσο
όμορφη για να προσφερθεί στον αστισμό;

Μα, ως παρηγόρια, τελευταίε ομιλητή μου,
αυτήν που μού ‘γραψες τραγούδα την ωδή!
-Τον ρόλο χάσαμε, φοβάμαι, του επιτίμου
αναμασώντας των ερώτων τη σπουδή…

20/8/13

Read Full Post »

134465-brezhnev1

»Ούτε τον πατέρα της ΕΣΣΔ Λένιν, ούτε τον «πατερούλη» Στάλιν, ούτε τον μπαμπά της περεστρόικα Γκορμπατσόφ: Τον Λεονίντ Μπρέζνιεφ θεωρούν οι σημερινοί Ρώσοι ως τον καλύτερο ηγέτη στην ιστορία της χώρας, σύμφωνα με δημοσκόπηση του Κέντρου Λεβάντα που δόθηκε την Τετάρτη στη δημοσιότητα. »

‘…και μονολόγους άρχισες κι αινίγματα να λύνεις
μιας τέχνης και μιας εποχής παλιάς και σκοτεινής»- Μ. Ελευθερίου

 

Συνήθως είναι σοβαρή, μα σαν γελάσει
μεταμορφώνει το ουράνιο σκηνικό
και τους μαφιόζους στη στιγμή θα πιάσει η Λάσυ
σε ένα κλίμα πιο ψυχροπολεμικό.

Το χαμογέλιο της δεν τό ‘κανα εικόνα
γιατί μας νίκησε η ελεύθερη γραφή
και περιφέρω την πληγή μες στον αιώνα
που δεν επέζησαν η γεύση κι η αφή.

Μα κάποια ώρα πάλι θα καρποφορήσει
σε έναν κόσμο που ίσως να ‘ναι αλλοτινός,
με βυθισμένη πια των νιάτων μας τη ρήση.
-θα τήν καλύπτει ο βαθύς ωκεανός-

Κι εσύ θα στέκεσαι στην πρύμνη απ’ τη γαλέρα,
ξεθεωμένη απ’ του ήλιου την τυρβή
και σ’ ένα σύμπαν που τό χτίκιασε η χολέρα
θ’ αναρωτιέσαι σαν τι τάχα να συμβεί.

Αυτά που απεύχεσαι -μα τά προετοιμάζεις-
τά προδικάζει μια φωνή προσποιητή.
Είναι αυτή που ερμηνεύεις κι ονομάζεις
-στην αμυαλιά σου- ως »φωνή του ποιητή».

Και την ψυχή σου θα ζητά ως λύτρα (πές »νιετ»,
γιατί στον πύραυλο δεν βρίσκω πια το off!)
ο ποιητής που αναγνωρίζεις μόνο ως Μπρέζνιεφ,
ο ποιητής που αποκαλείς και Γκορμπατσώφ.

Το γκρίζο τείχος που κοσμεί το Βερολίνο
τό ‘χτισες κάποτε μ’ έναν σου καγχασμό,
μα αδυνατώ διαρκώς το αίνιγμα να λύνω
και να πουλώ κομμάτια Γόρδιο δεσμό…

(7+)15/6/13

Read Full Post »

elena-ceausescu

στην συνοδοιπόρο του »Παμπάλαιου Νερού» Έλενα Σταγκουράκη

Εγώ, που δρούσα στη ζωή σας σαν μητέρα,
στα δέκα μέτρα ξεψυχώ και στην πυρά.
Μπογιές και χρώματα θα βάψουν πορφυρά
του μέλλοντός σας τη θολή incognita terra.

Σιμά στην Τροία περιφέρομαι, ψοφίμι,
για να γεμίσει τις σελίδες του ο »Αγών».
Ηδονική τροφή χιλιάδων ναυαγών
που ξεπεράσανε τον Καίσαρα στη φήμη.

Στις επιστήμες το λαό μας οδηγούσα,
με συνεπή και στοχευμένη μετρική.
Τώρα το αίσθημα νικά η Ιατρική
και στο κρεβάτι ναρκωμένη σβήνει η Μούσα.

Μα πώς αντέχεται αυτή η αιμομιξία
από έναν κόσμο μετρημένης ηθικής;
Ληγμένο χάπι μου, φοβάμαι δεν αρκείς
για να τρενάρεις κι άλλο την ωορρηξία.

Θα βγουν στα φώτα της σκηνής μου μαζεμένα
όλα τα μπάσταρδα κι αγέννητα παιδιά
και -μ’ ομοιόμορφη και έναστρη ποδιά-
θα παρασύρουνε στη λήθη τους κι εμένα.

Για μια μορφή από το χώρο του μπουρλέσκου
θαρρώ πως δόξα πια δεν έμεινε καμιά
και στην πλατεία στέκει μόνο η ερημιά
για να προσμένει την κυρά των Τσαουσέσκου.

Σαν την τουρμπίνα που κινεί τ’ αεροπλάνο
αγέρας όρμηξε κι αφήνει πίσω οστά.
Στήστε μας μόνο πια ζητάω αντικρυστά:
τα δυο του μάτια να κοιτάζω πριν πεθάνω…

23/7/13

Read Full Post »

Older Posts »