Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Τροχαϊκά’ Category

αεροπλοιο

(απόσπασμα ημερολογίου κοσμοναύτη)

στον Αντρέι Ταρκόσφκι

…να πιστεύσωμεν την μοίραν, ήτις γράφει
πως ο χρόνος έχει εκπνεύσει προ πολλού;
Να πιστεύσωμεν εις έργα, ων ζωγράφοι
ως πατέρες δίδωσιν παιδία αλλού;
Προσπερνώμεν απροσμέτρητους αστέρας
με ταχύτητος ρεκόρ ιστορικόν,
του εντός μας το μηδέν αμάλθειον κέρας,
της εντός μας ερημίας η εικών.

Δυτικώς, νυκτός αιωνίας προϊούσης,
ξάφνου εφάνη το ουράνιον νησί.
Τι ζητείς, ω νήσε, της ψυχής μας ούσης,
κεκκλιμένης εις ελπίδαν να νοσεί;
Με το φως εις τεχνητούς μας παραδείσους
και καψούλες εις την γεύσιν του μπριάμ,
αοράτους γλυκοφέγγοντας αβύσσους,
ημφανίσθη ο πλανήτης Αρκιάμ.

Ποία, όμως, του αγόνου βίου η λύσις;
Η πορεία συνεχίζει ως εικός:
την καρδίαν σου πρωτίστως ν’ ασφαλίσεις,
μην εισέλθει εντός της σκόπελος κακός.
Πορευόμενοι διαρκώς τοιουτοτρόπως
της αιωνίας μοναξιάς μας αρραγείς
-κι ας γνωρίζωμεν πως πια ουκ έστι τρόπος
κι η ελάχιστη οδός διαφυγής-

Επιλέγων εις το σκότος αυτοβούλως
μιαν Οδύσσειαν ην διαρκώς ανακινώ,
θέλω διέλθει τα αιώνια ως δούλος
εις κατάμαυρον και άδειον ουρανό.
Τάλαν σύμπαν, εκομίσαμεν νέα ήθη
μη αρμόζοντα εις τους πύργους του Σιάμ
κι απ’ το χάος, το ημίφως και την λήθη
κατελήφθη ο πλανήτης Αρκιάμ…

Advertisements

Read Full Post »

κιρα ναιτλι

»κι αφού το ξερες που κάτω απ’ τις μαρκίζες
θα σάπιζεν ο Αύγουστος» – Ε. Κακναβάτος

Δέσαν οι άνεμοι τον στόλο στην Αυλίδα
κι ως επίφαση ζωής περνά ο καιρός,
με συνένοχο στο πέρασμα μια Αγγλίδα
προσαξωνικών φιλιών -κι εν κατακλείδα
πότε ο κόσμος συστηνόταν καθαρός;-

Και το μάντη με φρουρά να ‘χεις συλλάβει,
πάντα ο χρόνος μεριμνά κι ο χαλασμός:
τις μεγάλες πολιτείες χτίζουν σκλάβοι
και βαθιά σου πια θα τό ‘χεις καταλάβει
πως εντέλει πέφτει μέσα ο χρησμός.

Βλέπει ο ναύτης, κρεμασμένος στο κατάρτι,
πολιτείες της εγγύς ανατολής
να εδραιώνουνε τη θέση τους στο χάρτη
με νοθείες -τη φωνή μου αν θέλεις πάρ’ τη,
που νομίζεις πως νικάς άμα απειλείς-

Στο μεταίχμιο Ευρώπης και Ασίας
τις ευχές μας τακιμιάσαν με τα »ου»
κι ο πιστός μας εθεάθη Τειρεσίας
σε ταρίχευση εν ώρα υπηρεσίας
να ευλογείται μες στο σπίτι του λαού.

Μες στα σκότη η μορφή σου ήρθε, Κίρα,
μα σέ γδύσαμε ανόρεχτα κι οκνά.
Ήσουν σβώλος μες στα χέρια χρυσοθήρα
κι οι λαγώνες μας θυμίζαν ζωντοχήρα
που ψαρεύει στην απόχη της τεκνά.

Είναι κρίμα που ξεβάφεις και ξεπέφτεις
μαραμένη -κι όμως φτιάχτηκες ν’ ανθείς!-,
με τις δύσεις να σ’ ακούει ο καθρέφτης:
»δεν υπάρχει νομοτέλεια» και σαν πέφτεις
Μυρμιδόνες να μετράς να κοιμηθείς.

Τώρα ψέγεις γερασμένη στην αλέα
προτιμώντες το δυάρι απ’ το Χ,
μ’ έναν άθικτο κι αγύμναστο Αχιλλέα
που δεν ξέρει ποια δεν έγινε μηλέα
και γιατί η ζωή δεν έχει συνοχή…

Read Full Post »