Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

αδερφια

Πολύ καιρό έλεγα να φτιάξω ένα μπλογκ όπου θα ανεβάζω τους στίχους που έγραφα τα χρόνια αυτά παράλληλα με τα ποιήματα! Αφού είδα κι έπαθα με τους καλλιτέχνες και τις δισκογραφικές, είπα κι εγώ να φτιάξω μια σελίδα για τα τραγούδια μου, όπου θα μπορεί ο καθένας να τά διαβάζει κι ο κάθε υποψήφιος συνθέτης κι ερμηνευτής να επικοινωνεί μαζί μου (μη σπρώχνεστε :Ρ ). »Ρεφορμιστικόν», απέκτησες λοιπόν αδερφάκι, το »Ριζοσπαστικόν». Φυσικά και δεν σκοπεύω να εγκαταλείψω το μπλογκ αυτό, απλώς για ένα πρώτο διάστημα σίγουρα θα εστιάσω αλλού. Όποιος, οπότε, παρακολουθεί στενά τη σελίδα, ας ρίχνει καμιά ματιά και στην άλλη. Την καλησπέρα μου, καλή άνοιξη! Θάνος

Βιετνάμ

Phan Thanh Tam, Phan Thanh Phouc, Kim Phuc, Ho Van Bon, Ho Thi Ting

»Στο Βιετνάμ πυρπόλησαν το ρύζι…»- Δ. Σαββόπουλος

Τόσες αγάπες κι έχεις μόνο τη διχόνοια,
τόσες κουβέντες κι έχεις μόνο τη σιωπή.
Ρημάξαν οι έριδες τα λόγια με τα χρόνια
και την αλήθεια ποιος θα τόλμαγε να πει;
Το να συνθέτεις στο σκοτάδι σέ λυπεί,
μα ελπίζεις στο αύριο που πάει να ξημερώσει
γεμάτο θάρρος και χωρίς σταλιά ντροπή,
σαν παραμύθι που τραγούδαγαν οι Ρώσοι.

Και πρωτοβγαίνεις στης ζωής την ανηφόρα
με το χαμόγελο των είκοσι χρονώ.
Σε τι ζωή σάς ρίξαν, όνειρα ανθοφόρα,
που πριν γελάσω έχω αρχίσει να θρηνώ;
Προτού νυχτώσει και σκουρύνει το λινό
το δάσος μ’ αίμα και θανάτους να πυρώσει,
θα ‘χεις ξεμείνει σ’ ένα όνειρο φτηνό
σαν παραμύθι που τραγούδαγαν οι Ρώσοι.

Αφού στου γάμου τις χαρές πετάξαν ρύζι,
γιατί μονάχα οι βόμβες φέγγουνε ψηλά;
Ρώτα τη γη που τόσο αναίσθητα γυρίζει,
ρώτα τον χρόνο που αδυσώπητος κυλά.
Στοχεύεις πάντα σε λιμάνια τρυφηλά,
μα αυτός το τέλος της γιορτής θα επικυρώσει
και θ’ απαντήσει με τα σολ και με τα λα,
σαν παραμύθι που τραγούδαγαν οι Ρώσοι.

Αν και βουτήξανε στην άβυσσο πολλοί,
κανείς δεν μπόρεσε ζωή να εξημερώσει.
-Νίξον, να στήσεις νεκρική αποστολή
σαν παραμύθι που τραγούδαγαν οι Ρώσοι…

17/2/15

Mackellar_as_a_-Grace-_(1918)

Isobel Marion Dorothea Mackellar (better known as Dorothea Mackellar), (1 July 1885 – 14 January 1968) was an Australian poet and fiction writer. Her poem My Country is perhaps the best known Australian poem, especially its second stanza, which begins: «I love a sunburnt country/A land of sweeping plains,/Of ragged mountain ranges,/Of droughts and flooding rains.» … (wikipedia)




Η χώρα μου

Η αγάπη για τους κάμπους και τα δάση,
για πράσινα δρομάκια χαμηλά,
για κήπους με οργάνωση και βάση
ανέκαθεν στις φλέβες μας κυλά.
Αγάπη δυνατή, στων οριζόντων
τα ρεύματα και σ’ ουρανό θαμπό,
μα στο άθροισμα γνωρίζω πως των ζώντων
το πάθος μου είν’ εμένα πιο λαμπρό.

Εγώ αγαπώ μια ηλιοκαμμένη χώρα,
τη γη πολλών κοιλάδων καθαρών,
οροσειρών χωρίς φυτά κι οπώρα,
της ξηρασίας και των πλημμυρών.
Ποθώ τους αχανείς ορίζοντές της,
λατρεύω τα κρυστάλλινα νερά,
τους τρόμους, τις ελπίδες τις αβρές της,
μιας γης, πλατιά που ανοίγει τα φτερά.

Το δάσος των ξεφλουδισμένων ξύλων
-θυσία τραγική του φεγγαριού-,
τη ζαφειρένια ομίχλη των αψήλων
βουνών, την κάψα του μεσημεριού.
Τους θάμνους που φυτρώνουν σαν ιδέες
καθώς τούς ζευγαρώνουν οι κισσοί,
των δεντροκορυφών τις ορχιδέες,
το χώμα, μες στην πλάση την χρυσή.

Η χώρα μου πυρήνας της καρδιάς μου,
πηγή στον αναμάρτητο ουρανό,
τις ώρες της ασθένειας της βαριάς μου
θυσία στο αποθνήσκον δειλινό.
Μα σύννεφα μαζεύονται και πάλι
και δες πώς παρελαύνει απ’ την αρχή,
σαν στράτευμα που σκιάζει την κραιπάλη,
η αδάμαστη κι ακούραστη βροχή.

Στο τέρμα τ’ ουρανίου τόξου κρύβει
χρυσάφι και τό δίνει έτσι απλά,
για κάθε συμφορά ψυχές που στίβει
γυρίζει πάντα πίσω τα τριπλά.
Σιμά στις μάντρες που ‘ναι διψασμένες
θα δεις, ενώ διαβαίνει ο καιρός,
σαν πέπλο κι άλλες μέρες ανθισμένες
-νέος κόσμος, όσο πάει πιο σταθερός.

Μ’ οπάλινη καρδιά γελούν οι κτήσεις,
το πείσμα κι η γενναιότητα ευθύς,
μα εσύ που δεν γεννιέσαι ν’ αγαπήσεις
φοβάμαι δεν μπορείς ν’ αντιληφθείς.
Ας κρύβει η Γη μυριάδες Άγια δώρα,
ακόμα κι όταν φύγω απ’ τη ζωή
στην ίδια αυτή τη λιοκαμμένη χώρα
οι σκέψεις θα πετούν κάθε πρωί.

Ένα παλιό τραγούδι

Τ’ αμύγδαλα ξεραίνονται, είν’ η μηλιά νωπή,
μόνο έναν άνδρα αγάπησα μα δεν τού τό ‘χω πει.

Τα φρούτα μου σαπίσανε, μα επέζησε η τιμή
-γωνιά μικρή και παγερή κι εγώ σε μια ρωγμή-

Οι άνεμοι παρέσυραν τ’ ονείρου τις ακτές,
μόνο έναν άνδρα αγάπησα, κι αυτός πέθανε χθες…

Ο ονειροπόλος

Στην κορυφή ψηλά του λόφου των ονείρων,
βαθιά στον κάμπο της ομίχλης και των μύρων,
μια χώρα γνέφει με θαυμάσιες κοιλάδες,
που πάντα μπαίνουμε λαμπροί σαν βασιλιάδες.

Μουρμουρητά κι ορμητικά μπορεί το ρεύμα
στ’ ονειροπόλο μας παιδί να ρίξει νεύμα.
Ασ’ τον μονάχο κι η καρδιά του ας ραγίσει,
τα όνειρα είν’ αλήθεια μέχρι να ξυπνήσει.

Η ζωή που περιμένει

Στις απαρχές μου, με δουλειά πολλή και πάλη
δεν είχα χρόνο τη ζωή να ζήσω πάλι
κι έτσι τήν άφησα ξοπίσω μου, ωσότου
γίνει η δουλειά κι ο κόσμος βρει τον εαυτό του.

Για δράση έχω έτοιμα μυαλό, καρδιά και χέρι,
μα η ζωή μου τώρα δεν μ’ ενδιαφέρει
κι όλο πειθήνια σαν σκύλος περιμένει
να γίνει το άγχος που τή σβει χαρά κρυμμένη.

Σιγανασαίνει περιμένοντας, τό ξέρω,
με τις χαρές μαζί. Αχ, τι θα καταφέρω;
Ελπίζω πλέον, όταν όλα ‘ρθούν σε τάξη,
και η ζωή μου να μην έχει πια πετάξει!

Νότιο Ημισφαίριο

αυστραλια

(μονόλογος του νεαρού ναύτη μετά τη δύση του ήλιου)

»Ο ασύρματος δεν βρέθηκεν ακόμη,
στα πρόθυρα αγωνίζεται ο Μαρκόνι
κι όσοι είναι μόνοι, αληθινά είναι μόνοι…» – Αλ. Μπάρας

Γη που ρημάζεις σπαρτά κι ακονίζεις σαν βρέχεις
μύριες αιχμές που να κάμψουν ψυχές καρτερούν,
πριν σβήσει η μέρα στο κύμα ρωτώ: πώς αντέχεις
να ‘χεις αγάπη να δώσεις και να στή στερούν;

Πάει καιρός που δε βρίσκει στεριά το καράβι
κι έχει τ’ απέραντο μαύρο μονάχα μπροστά,
σαν γερασμένο παιδί που δε λέει ν’ αναλάβει
δράση, το ξόρκι να σπάσει που χρόνους βαστά.

Διάβηκε ο αγέρας κρυφά τις ρωγμές απ’ τις σίτες
κι όλο, σαν ύπουλος φταίχτης, στ’ αυτί μουρμουρά:
»Είν’ οι ζωούλες μας άπειρες διάσπαρτες ήττες
κι -άπαξ και φύγουν- ξανά δεν φυτρώνουν φτερά».

Μπήκε μια νύχτα πλατιά που πολύ θα κρατήσει,
διάχυτη μες στην ημέρα -και πια δεν μπορείς
να τραγουδήσεις ξανά όπως πρώτα την κτίση
μ’ άγραφο λόγο μιας γης που χαράζει νωρίς.

Όταν τρυπώνω κρυφά στην αυγή σαν πελάτης
όψεις του μέλλοντος βλέπω σε κάρτες ταρώ
-πάντα τα χείλη θα τρέμουν στα πρώτα φιλιά της,
πάντα τ’ αστέρια θα λάμπουν σαν φως ιλαρό-

Έρχεσαι πάλι με τ’ όνειρο δίπλα βαστάζο,
ντόπιας σκλαβιάς και γενιάς εμιγκρέδων του Περθ,
μ’ άδειο το κέλυφος που ‘δωσες για να διατάζω,
μέλλον, που εν είδει αστρολάβου κρατάς google earth.

Μού ‘λεγαν τότε στο Νότιο Ημισφαίριο οι μορφές μας
γέρνουν σ’ αμβλεία γωνία, βορά των μοιρών.
Μα είναι οι μορφές μας στραβές ή ο γιαλός; -τούτο πες μας,
χρόνε, ζωής χορηγέ και τα πάντα πληρών.

Έι, καπετάνιε, οι ναύτες κοιτούν το μπαλκόνι
σαν το βατήρα που βγάζει σ’ αιώνια πηγή.
Στείλε S.O.S. πριν στερήσει νεκρούς ο Μαρκόνι,
πριν καταστεί κι η Αυστραλία ακίνδυνη γη…

Ο ποταμός Αλιάκμονας

νεάπολη

Ο Αλιάκμονας είναι το μακρύτερο ποτάμι της Ελλάδας και βρίσκεται εξ ολοκλήρου σε Ελληνικό έδαφος με συνολικό μήκος 297 χλμ. Ο Αλιάκμονας, πριν γίνει το φράγμα της εκτροπής του κοντά στο χωριό Αγία Βαρβάρα στα μέσα της δεκαετίας του 1950, δεν είχε σταθερή (πεδινή) κοίτη. Συχνά πλημμύριζε και σχημάτιζε εκτεταμένα έλη. Νωπή παραμένει στη μνήμη των παλιότερων κατοίκων της περιοχής (Βέροιας, Αλεξάνδρειας) η καταστρεπτική του μανία κατά το Δεκέμβριο του 1935. Ο ποταμός πηγάζει στο Γράμμο , στα σύνορα της χώρας με την Αλβανία, και εκβάλλει στο Αιγαίο Πέλαγος μεταξύ της Θεσσαλονίκης και της Κατερίνης. Περνάει από τους νομούς Καστοριάς, Γρεβενών, Κοζάνης, Ημαθίας, Πιερίας και χύνεται στο Θερμαϊκό κόλπο. Χείμαροι και παραπόταμοι του Αλιάκμονα είναι ο Γράμμος, ο Λαδοπόταμος, ο η Πραμόριτσα, ο Γρεβενίτικος, ο Βενέτικος, ο Σαραντάπορος, ο Τριπόταμος και άλλοι. Σχεδόν σε όλο το μήκος του επί του νομού Κοζάνης σχηματίζει την τεχνητή λίμνη του Πολυφύτου η οποία δημιουργήθηκε μετά την κατασκευή του ομώνυμου φράγματος. Πάνω από τη λίμνη βρίσκεται η γέφυρα της Λίμνης Πολυφύτου, τμήμα της εθνικής οδού Αθηνών-Κοζάνης (Εθνική οδός 3). (βικιπαιδεία)

(φωτογραφία η Νεάπολη Κοζάνης το 1918)

στο Θεοδόση Βολκώφ

Την δίκαιη αυγή που ονειρεύτηκες
στο τέρμα θα προσμένει κάποια δύση,
θα κάνει στον χορό φιγούρες κλέφτικες
και τ’ όνειρο πατόκορφα θα γδύσει.

Κι αν ήλπιζες να ραίνουνε πριγκήπισσες
με βάγια τους επίγονους του Αινεία,
φοβάμαι χαρωπά την πόρτα χτύπησες
της Δόξας και σού βγαίνει η Ερινύα.

Σ’ αρχέγονης γραμμής το γυροβόλημα,
στις όψεις αιωνίως τεθλιμμένων
κοιτάζεις πια πως μπήκανε εμβόλιμα
στοιχεία ανατροπής των γεγραμμένων.

Βαβέλ που δεν αγγίζει πρώτο πάτωμα,
διάλογος χωρίς κενά και παύλα
-παράξενο, μα υπάρχουνε και άτομα
που δεν ορίζει το είναι τους μια καύλα.

Κι η μόνιμη αναζήτηση του ιθύνοντα
σαν δίλημμα που θέτει η ασπαρτάμη:
ποιος φταίει για τα σκόρπια και τα φθίνοντα
κι αν πρέπει να τα πάρει το ποτάμι.

Ο αγώνας για ερμηνεία τους και διατύπωση
αλλάζει ρυθμικά την προσευχή σου·
μιας νύχτας παγερής θα είν’ ο χτύπος ή
της μέρας η φωτιά; -Το πρώτο, ευχήσου!

Γιατί, σαν λάμψει η φλέβα που αγάπησες,
στη θέση της ζωής θα στέκει η στήλη,
παρόλο που στρατώνες από γιάπισσες
ελπίζουνε τα σχέδια ν’ αναστείλει.

Τι φέρνει ο κάθε χρόνος ο επόμενος
δεν γράψανε τ’ απόκρυφα χωρία
-σοφός κι ευλογημένος ο ερχόμενος
που αλλάζει των υδάτων την πορεία!-

Σοφοί κι οι καρδιακοί μας αξιοσέβαστοι
που υπέκλεψαν μια θέση στην Απέλλα.
Αυτή είναι η μοίρα, φίλε· αν θέλεις, χλεύασ’ τη
-μοτίβα σού παρέχει μια κοπέλα:

»Καντάδες θα ταιριάζανε στα Ιόνια,
εδώ θα ‘ναι Βαλκάνια αβέρτα!»
μοιρολογάει ασύμφορα κι αιώνια,
σκυμμένη στου Αλιάκμονα το δέλτα.

Στις όχθες του προσμένουμε αντίθετα
ν’ αδειάσει ο πυθμένας στιγμιαία
αστέριωτα ονόματα κι επίθετα
κι οράματα προκατακλυσμιαία.

Κι αυτή κοιτά διαγώνια προς τ’ όνειρο
που ‘χε η καρδιά σαν κόσμημα φυλάξει
και τρέχει το μυαλό της το παμπόνηρο
τις γνώριμες γωνιές να μεταλλάξει:

»Συστέλλω τη ροή σου όπως θέλησες,
ελέγχοντας στο νου μου πού θα γείρεις.
Ξυράφια τώρα οι σκέψεις μας· κι οι μέλισσες
υπέκυψαν στο κάλεσμα της γύρης.

Μυρίστηκαν το άνοιγμα του σήμερα,
ισιώνοντας την όποια τους καμπύλη.
Στα χέρια της λαγνείας θηρία ανήμερα,
λινάτσες μαύρου Μαρκ ή άσπρου Μπίλυ.

Ιέρειες λεπταίνουν την κοιλότητα
-ανάγκα, κι οι θεοί ζητούν Αργείτη-
Πώς τρέμει ο κόσμος δίχως ομαλότητα,
ηχώ για ετοιμοθάνατο σπουργίτι!

Η μοίρα που μάς γράψαν θέλει, Σιάτιστα,
να σέρνουμε τα χρόνια μας στον Άδη
κι ενώ μάς προϊδέασαν στα κράτιστα
δεν λάμπει αναστάσεως σημάδι.

Φοβάμαι την εκδίκηση, Νεάπολη,
τη μέρα που θα βρει τη σάρκα η ρήση,
θα μέ δικάσει ως ρίψασπι και άπολι
και -μέσω της σφαγής- θ’ αναθαρρήσει.

Θυσία για των χρόνων μας τον ύπερο,
χωρίς δαφνοστεφή Παλαιολόγο
να στήσει το βασίλειο ως το Δνείπερο
και να ονομάσει Άνθρωπο και Λόγο.

Καθήκον σου είναι πλέον, Αλιάκμονα,
να βρεις την ξεχασμένη μας αιτία
ανάμεσα στη σφύρα και στον άκμωνα,
στα δυο χωριά που σχίζει η Εγνατία.

Διάλυσε σαν χείμαρρος την άμεση
θανάτωση, που μοιάζει σαν αιώνας,
θυμίζοντας στο πέρασμά σου Τάμεση
στη γη της Γηραιάς μας Αλβιώνας.

Και κύλησε, ποτάμι μου, αφανέρωτα,
πηγή παλλινοστούσης αρμονίας,
για μένα που μυήθηκα στον έρωτα
με όρους Δυτικής Μακεδονίας».

-Παράξενη η αγάπη· εξακτινώνεται,
κι αν στέκω το κενό της θ’ αναμένω.
Στις άπειρες μορφές της ταπεινώνεται
ό,τι ήξερες προδιαγεγραμμένο-

Μα ο θρύλος λέει πως πάλι η μακεδόνισσα
τραγούδια ερωτικά θε ν’ αραδιάσει,
ωσότου εκδικηθεί ο καιρός τη φόνισσα
και σ’ όλο το βασίλειο βραδιάσει.

Και τότε, γυρισμένη προς το κάγκελο,
η κόρη γαληνεύει κι αποκάμει,
προσμένοντας ακόμη αυτόν τον άγγελο
που χρόνια από μπαρούτι έχει πεθάνει.

Στην άκρη του σταδίου ως Καλλιπάτειρα
προσφεύγει για σονέτα ή μια σεστίνα
-πολλοί τήν καταγράψαν ως Εράτυρα,
μα εγώ τήν ονομάζω πια Χριστίνα.

Με τ’ όνομα της μάνας μου για εφόδιο,
τραγούδι μου, σαν ήλιος αραδιάσου
και φώτισε για ευχή στο κατευόδιο
τα λόγια που μιλούσαν στην καρδιά σου

κι εκείνα που θα σ’ έκαναν αθάνατο
κατάματα πια κοίταξ’ τα και πνίχ’ τα,
στα ίσια και πιο πέρα από τον θάνατο!
(Αυτά είχα να σάς γράψω, καληνύχτα)

Picnic at Hanging Rock

πικνικ

(βιβλίο της J. Lindsay, που μετέφερε στον κινηματογράφο ο P. Weir)

Απόστολοι ψέλνουν σε γλώσσα κυρτή
τους ύμνους μιας μέρας μ’ αβέβαιο τέλος,
μ’ εστίες μικρών συμφορών στο χαρτί,
με τόξα που φθίνουν και σβήνει το βέλος.

Τριγύρω απ’ το βράχο ασταθής ο καιρός
-το χέρι μου κράτα σφιχτά, δεσποσύνη-
κι αλάργα όλο τρέμει σκοπός τρυφερός
ηγέτη που ετάφη κοντά στην Ασίνη.

Λυτά τα μαλλιά σου και φέγγουν σγουρά
σα να ‘ναι ψυχή τραγικών κι ηττημένων
και δίπλα ο αγέρας κουνώντας ουρά
στο ψέμα που σού ‘πα: »νικά ο επιμένων».

Το ύστατο χαίρε κοινού αρεστού
σε χρόνια μεγάλης φυγής παραπέμπει
και μοιάζει το δείπνο σαν αίμα Χριστού
κι η μαύρη Αυστραλία σαν βράχος στα Τέμπη.

Πριν καν κλείσουν χρόνοι κοντά εκατό
αιώνες χαθήκαν στα »θέλω» σατράπη·
στα ξένα πια μάτια της μέρας κοιτώ:
Πώς να ‘γινε μίσος μια τέτοια αγάπη;

Ό,τι έγραψε ως τώρα ξανά δεν γυρνά
κι η ανάβαση αυτή συμφορά και τιμή μας,
σαν ψέμα που φτάνει βαθιά στα στερνά
-αλήθεια μονάχη οι συμβιβασμοί μας-

Μα ο χρόνος δεν ξέρει από ζήση στραβή,
καλώντας σαν άστρο τη νύχτα που θύω
και πρέπει η φωνή μας να κράξει: »Ραββί!»
σε κόσμο που πλέον θα ζει δίχως θείο

και θα ‘χει την άκρη της θλίψης εδώ
-Σαν πού; Τι Καμπέρα – τι Περθ – τι Πρετόρια;
Το ίδιο στο τέλος της μέρας θα δω
τις σκέψεις μας όλες βουβά κρεματόρια…

νεοφορμαλισμός

Γεια σας, συντρόφισσες! 😀 Την Πέμπτη 6/11/14 στις 20.00 το απόγευμα αν είστε ψηλή μελαχρινή, 25-40 ετών, ζείτε στη Θεσσαλονίκη (…ώπα, αυτό αλλού πήγαινε!) αγαπάτε την έμμετρη ποίηση, ελάτε μια βόλτα από το υπερπανέμορφο βιβλιοπωλείο »Μυθιστορία» που βρίσκεται στην καρδιά του Ντεπώ, στην οδό Γ. Βαφόπουλου, στον αριθμό 20, κοντά στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο και το Αλλατίνη. Θα είμαστε εκεί με τον εκλεκτό Ααρών Μνησιβιάδη ως μέλη της ομάδας των »Νέων Ήχων στο Παμπάλαιο Νερό» και θα κάνουμε μια κουβέντα για το νεοφορμαλισμό στην ελληνική ποίηση, χωρίς να κουράσουμε ιδιαιτέρως με θεωρία αλλά περνώντας κυρίως στην πράξη και στην ανάγνωση αντιπροσωπευτικών ποιημάτων. Ο τίτλος »…και θα ‘ναι πρωινό του Νοέμβρη» είναι παρμένος από ένα υπέροχο ποίημα του Ηλία Λάγιου που θα βρείτε εδώ: https://pampalaionero.wordpress.com/2010/10/06/%CE%B7%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CF%83-%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%83-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%B2%CE%BB%CE%AD%CF%80%CF%89-%CF%84%CE%AF%CF%80%CE%BF%CF%84-%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF/

Σάς περιμένουμε! Θάνος 🙂